Κάθαρση

Του άρεσε να πηγαίνει σε αυτή την απομακρυσμένη παραλία και να τρέχει. Έτρεχε ακριβώς πάνω στη νοητή γραμμή που σταματούσε το κύμα νοτίζοντας την άμμο. Σήμερα ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Αυτό δυνάμωνε το αίσθημα γλυκιάς μελαγχολίας που εμπότιζε και το τελευταίο του κύτταρο όταν ερχόταν στη θάλασσα αυτά τα κρύα χειμωνιάτικα απογεύματα. Πάρκαρε το αυτοκίνητο στο ίδιο σημείο -όπως κάθε φορά- και κατέβηκε τη μεγάλη αμμώδη παραλία.
Έβαλε τα ακουστικά του μικρού κόκκινου MP3 player που είχε κρεμασμένο στον λαιμό του κι άρχισε να βηματίζει παράλληλα με τη θάλασσα. Τις πρώτες φορές που είχε έρθει επέλεγε ν' ακούει τους αγαπημένα του παλιά ελληνικά τραγούδια. Κατάλαβε όμως ότι στίχοι μερικές φορές ήταν πιο δυνατοί από τις σκέψεις του, έτσι γέμιζε πια το MP3 μόνο με άλμπουμ ηλεκτρονικής μουσικής κι ιδιαίτερα με ambient κομμάτια και dj sets με την αγαπημένη του minimal. Αυτοί οι ήχοι έδιναν μια άλλη ξεχωριστή υπόσταση στο χωροχρόνο του.
Τα βήματά του γινόταν όλο και πιο γρήγορα. Άρχισε να τρέχει. Ο κατακόκκινος ήλιος είχε ήδη ξεκινήσει το ταξίδι του γι' άλλους μακρινούς τόπους πυρπολώντας τα πορφυρά σύννεφα που άφηνε πίσω του. Χαμήλωσε τα μάτια του από τον ουρανό και κοίταξε τη θάλασσα καθώς έτρεχε δίπλα της. Είχαν γίνει πια φίλοι. Τον ηρεμούσε. Η μυρωδιά του ιωδίου, η ψυχρή αλλά καθαρή σαν κρύσταλλο θαλασσινή αύρα, ο ήχος τον κυμάτων, ο οποίος ταίριαζε με τη μουσική των ακουστικών σαν να ήταν δυο κομμάτια ενός παζλ, καθάριζαν το μυαλό του. Συνέχισε να τρέχει για πολύ ώρα.
Η ζωή του συνέχισε να τρέχει. Την έβλεπε να τον προσπερνά. Παλιότερα θα τον σόκαρε ένα τέτοιο θέαμα. Τα πολυταξιδεμένα κύματα όμως του είχαν ψιθυρίσει εδώ και καιρό πως θα την συναντούσε κάποια στιγμή. Την κοίταξε συγκαταβατικά και χαμογέλασε. Ήθελε να την καλωσορίσει και να την ρωτήσει που είχε χαθεί τόσο καιρό. Δεν πρόλαβε όμως καθώς τον προσπέρασε πολύ γρήγορα. Δεν απογοητεύτηκε. Κάθε άλλο μάλιστα. Ένιωθε μια γαλήνη και μια περίεργο συναίσθημα χαράς. Την είχε δει. Δεν ήταν πια πίσω του η ζωή. Ήταν μπροστά του! Και θα την έφτανε. Ναι, θα την έφτανε κάποτε...
Η ανάσα του γινόταν βαριά. Είχε κουραστεί πια. Μείωσε την ταχύτητα του σε ρυθμό γρήγορου βαδίσματος καθώς πλησίαζε προς το αυτοκίνητο του. Ο ήλιος έστειλε την τελευταία του ακτίνα ως ένα ύστατο φιλικό αποχαιρετισμό και χάθηκε στην ήρεμη και σκοτεινή θάλασσα. Η νύχτα άρχισε να βάζει τα καλά της. Στο ακριβό της φόρεμα χιλιάδες αστέρια αναβόσβηναν χαρούμενα. Ο Κ. είχε φτάσει στο αυτοκίνητο του. Έκλεισε με δύναμη τη πόρτα του παλιού οχήματος και πήρε τον κακοτράχαλο δρόμο της επιστροφής. Αύριο, την ίδια ώρα, θα ερχόταν πάλι εδώ για την καθημερινή του κάθαρση.