Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Διαμαντένια Πύλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η Διαμαντένια Πύλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6.1.10

Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 7ο)

Ο Γκρένιον έβγαλε τη τελευταία ανάσα από το περίτεχνο θηκάρι της και θα ορκιζόταν πως, για μια στιγμή, διέκρινε ένα βλέμμα έκπληξης στο πρόσωπο του τέρατος. Τα πετράδια άστραψαν βγάζοντας μια έντονη λευκή λάμψη που κάλυψε το σπαθί σαν αύρα. Αυτό φάνηκε περίεργο στον τρομοκρατημένο άνδρα. Στη προηγούμενη μάχη που έδωσε με τα αροχνόμορφα πλάσματα το σπαθί είχε βγάλει μαύρη λάμψη. Τώρα όμως βρισκόταν σε άλλους κόσμους. Η φωτεινή αύρα του σπαθιού άρχισε να καλύπτει και τον ίδιο. Ένιωσε να ζεσταίνετε και οι φλέβες του να μετατρέπονται σε χείμαρρους που παρέσυραν κάθε αμφιβολία και φόβο έξω από το σώμα του.

Χωρίς να το σκεφτεί επιτέθηκε στον δαίμονα στοχεύοντας στη μαύρη του καρδιά. Ο Φαρέκ τράβηξε κι αυτός ένα ξίφος που ήταν δεμένο στη πλάτη του και απέκρουσε τη Τελευταία Ανάσα. Αμέσως άπλωσε το σπαθί του κι έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να κόψει στα δύο τον νεαρό άνδρα, στοχεύοντας στο κεφάλι. Ο Γκρένιον κατάφερε να αποκρούσει, με το σπαθί του να τραντάζεται και ρίχτηκε μανιασμένος στην επίθεση. Μόνο ο ήχος από το χτύπημα των σπαθιών έσπαζαν τη νεκρική σιγή. Ο δαίμονας είχε καθαρά το πλεονέκτημα της δύναμης αλλά και ο Γκρένιον, με τη βοήθεια του ιδιαίτερου σπαθιού του, δεν σταματούσε στιγμή να επιτίθεται. Χωρίς να το καταλάβει είχαν βρεθεί κοντά στη στενή πέτρινη γέφυρα που οδηγούσε στη Πύλη.

Οι επιθετικές κινήσεις του Φαρέκ ήταν τώρα πιο γρήγορες και δυνατές. Ο νεαρός άνδρας άρχισε να νιώθει τη κούραση στους μυς καθώς βρισκόταν πια σε κατάσταση άμυνας. Ο αντίπαλος του ήταν πολύ δυνατός και ούτε η δύναμη του σπαθιού μπορούσε να τον οδηγήσει στη νίκη. Άρχισε να απελπίζεται. Ο δαίμονας χαμογέλασε χαιρέκακα οσμίζοντας την απόγνωση του άνδρα που αφελώς εισέβαλε στο βασίλειο του.

«Αλήθεια, πίστευες πως θα μπορούσες να νικήσεις έναν θεό απλώς με ένα μαγικό σπαθί;» γρύλισε ο Φαρέκ, «σε κορόιδεψαν, άνθρωπε, τα πονηρά ξωτικά ώστε να κάνεις τη δουλειά τους, σε υπερεκτίμησαν και σε έστειλαν στο χαμό σου, όπως είχαν στείλει και τη μητέρα σου!»

Η οργή του Γκρένιον θέριεψε και ξεκίνησε με ορμή μια επίθεση για ν’ αφανίσει το τέρας. Εύκολα ο Φαρέκ τον απέφυγε και με μια γρήγορη κίνηση τον έσπρωξε προς τη γέφυρα. Πριν να προλάβει να σταθεροποιηθεί στη μικρή επιφάνεια της γέφυρας ο αντίπαλος του, ο άρχοντας της μαύρης αβύσσου του επιτέθηκε. Ο Γκρένιον στη προσπάθεια του να τον αποφύγει δεν κατάφερε να κρατήσει την ισορροπία του και άρχισε να πέφτει στο κενό. Τα μικρά διαβολικά φτερωτά πλάσματα άρχισαν να πετούν γύρω του. Ένα ζεστό φως τότε εμφανίστηκε από το βάθος της αβύσσου και τον τύλιξε στοργικά εκπληρώνοντας έτσι το όνειρο του που έβλεπε τον τελευταίο καιρό ο σιδεράς. Άρχισε ν’ ανεβαίνει μαγικά προς τη γέφυρα. Με κόπο κατάφερε να πιαστεί από την άκρη της γέφυρας και να σταθεί στα πόδια του.

Ο δαίμονας, αν και ήταν ξαφνιασμένος δεν έχασε ευκαιρία και όρμησε με το φρικτό σπαθί του. Ο θάνατος ήταν πολύ κοντά, όταν ξαφνικά μια τεράστια μορφή βγήκε πετώντας από τη Διαμαντένια Πύλη που έλαμπε στο τέλος της πέτρινης γέφυρας. Ήταν ο Έκμνεϊν, ο αρχαίος Μαύρος Δράκος που όρμησε στον Φαρέκ ξερνώντας θειάφι και φωτιά από το στόμα του. Η πύρινη επίθεση του ευγενούς πλάσματος κατάφερε να πληγώσει τον δαίμονα που αποπροσανατολίστηκε και έκανε μερικά βήματα πίσω.

«Ανόητε!» φώναξε ο Φαρέκ και έφτυσε προς τον Δράκο βλέποντας τον να πέφτει νεκρός στο έρεβος. Ο Έκμνεϊν ήταν πλάσμα του Φωτός και επομένως αυτό σήμαινε ότι δεν επιτρεπόταν να περάσει σε δαιμονικά βασίλεια. Η τιμωρία για μια τέτοια ενέργεια ήταν ο θάνατος. Είχε καταφέρει όμως να αποσπάσει τη προσοχή του δαίμονα από τον Γκρένιον που είχε ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και ήδη είχε πλησιάσει τον δαίμονα με την Τελευταία Ανάσα, το σπαθί των Θεών, να καίει σαν λάβα στα χέρια του. Το σήκωσε και με δύναμη το έμπηξε στο σκληρό δέρμα του εχθρού του. Ο Φάρεκ δεν πρόλαβε ν’ αμυνθεί καθώς το σπαθί έκοβε τις μαύρες σάρκες του. Η Τελευταία Ανάσα έβγαλε μια εκτυφλωτική λάμψη καίγοντας το δαιμονικό πλάσμα που έβγαζε άναρθρες κραυγές απόγνωσης. Το άψυχο σώμα του έπεσε πάνω στη γέφυρα χτυπώντας με δύναμη και στη συνέχεια κύλησε στο κενό που έχασκε από κάτω.

Ένα αίσθημα ανακούφισης πλημμύρησε τον Γκρένιον και άρχισε να περπατά προς τη Πύλη. Δεν άντεχε να μείνει στιγμή στον απεχθή αυτόν κόσμο. Στην άλλη πλευρά τον περίμενε ο πατέρας του που δακρυσμένος τον αγκάλιασε. Λίγο πιο πέρα ο Λαέκριον, θλιμμένος από τον χαμό του φίλου του, πήγε να αγκαλιάσει τον νέο ήρωα της Αρλάικ.

«Δεν θα τα είχα καταφέριε χωρίς τη θυσία του Έκμνεϊν…» είπε χαμηλόφωνα ο Γκρένιον. «Δεν έπρεπε να θυσιαστεί όμως για έναν άνθρωπο.»

«Φυσικά και άξιζε, γι’ αυτό και το έκανε. Ο Δράκος ήταν ένα σοφό ον» απάντησε ο Λαέκριον. «Η θυσία του δεν ήταν ανώφελη καθώς ο Φαρέκ νικήθηκε».

«Πες μου όμως τι ήταν αυτό που με έσωσε όταν έπεσα, τι ήταν αυτό το ζεστό φως που με ανέβασε πάλι στη γέφυρα;» ρώτησε ο Γκρένιον.

«Η μητέρα σου.» απάντησε ο πατέρας του. «Η αγάπη της, η δύναμη της ψυχής της, σε έσωσε. Ευγνωμονώ τους Θεούς που κατάφερε να σωθεί τελικά από τα χέρια του Δαίμονα».

«Τον γιο σου θα πρέπει να ευγνωμονείς…» είπε ο Λαέκριον.

«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε ο νεαρός σιδεράς.

«Τώρα θα πάμε όλοι στα σπίτια μας» απάντησε το ξωτικό χαμογελώντας, «όμως το σπαθί σού ανήκει πια και είμαι σίγουρος ότι η δράση του δεν τελειώνει εδώ.»

«Το ελπίζω…» σκέφτηκε ο Γκρένιον και χαμογέλασε.

ΤΕΛΟΣ

4.7.09

Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 6ο)

«Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό που συμβαίνει…» άρχισε να μονολογεί ο Γκρένιον, «Πριν δύο μέρες το μόνο που ενδιέφερε ήταν η δουλειά μου, η διατήρηση της ησυχίας μου και τώρα θα βρεθώ να παλεύω με δαίμονες σε άλλες διαστάσεις και σε κόσμους ακατανόητους, κόσμους που δεν πίστευα πως υπήρχαν!»
«Η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις φίλε μου και ποτέ δεν σε προειδοποιεί. Αυτή είναι η γοητεία της και η κατάρα της ταυτόχρονα.» του απάντησε το ξωτικό.
Ο Γκρένιον αν και φανερά ταραγμένος καταλάβαινε τι εννοούσε ο Λαέκριον. Το ξεβόλεμά του από τη καθημερινότητα, που του προσέφερε τόση ασφάλεια, τον φόβιζε αλλά την ίδια στιγμή ένοιωθε κι έναν ενθουσιασμό να καταλαμβάνει αργά αλλά σταθερά το πίσω μέρος του μυαλού του, να πλημμυρίζει τα υπόγεια της ψυχής του. Πρωτίστως, βέβαια, ανησυχούσε για τη μητέρα του. Είχε διαβάσει για τα ανατριχιαστικά βασανιστήρια των επτά κολάσεων και δεν μπορούσε να αντέξει την ιδέα ότι τα περνούσε η μητέρα του.
Βασανιστήρια που καταρρακώνουν συνειδήσεις και υπάρξεις ως τότε αγαθές και τις μεταμορφώνει σε φρικτά απόκοσμα διεφθαρμένα πλάσματα. Πίστευε ότι όλες αυτές οι ιστορίες ήταν ένας τρόπος για σπέρνουν οι κληρικοί τον φόβο στους απλούς ανθρώπους. Και τώρα ένα ξωτικό, που ανήκει στον κόσμο τον θρύλων, του λέει πως όλα αυτά είναι αλήθεια. Βέβαια αυτό δεν αθωώνει τις προθέσεις των ιερέων που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η δύναμη και ο πλουτισμός. Ο Γκρένιον ήταν σίγουρος πως ούτε οι ίδιοι πίστευαν πια σε αυτά που κήρυτταν αλλά χρησιμοποιούσαν τα συγγράμματα των προφητών και λοιπόν «μεσαζόντων» των θεών ως εργαλείο παραπλάνησης του πλήθους.
«Γιατί δεν πας εσύ που είσαι και τόσο δυνατός;» ρώτησε ξαφνικά ο Γκρένιον το ξωτικό, «σίγουρα έχεις περισσότερες πιθανότητες να πετύχεις από εμένα».
«Δεν μπορώ να περάσω τη Πύλη, κανένα ον που έζησε στην ιερή Λευκή Πόλη των Θεών δεν μπορεί να περάσει στο κόσμο των δαιμόνων. Είναι μια συμφωνία, ανάμεσα στο Φως και στο Σκότος, που έγινε όταν γεννήθηκε αυτός ο κόσμος. Ξέρω, δεν είναι εύκολο αυτό που σου ζητάω φίλε μου αλλά αυτή τη στιγμή, μόνο εσύ μπορείς να το καταφέρεις. Ακόμη και η Τελευταία Ανάσα, το πανάρχαιο σπαθί των ηρώων συμφωνεί μαζί μου. Για να δεχτεί να γίνει το όπλο σου θα πρέπει να είδε κάτι ξεχωριστό σε εσένα.»
«Ώστε έτσι ονομάζεται αυτό το περίεργο ξίφος…» είπε ο Γκρένιον και το σήκωσε ψηλά κρατώντας το δυνατά. «Και μπορεί να ξεχωρίσει ποιος είναι ο κάτοχος του. Πρέπει να είναι σφυρηλατημένο…»
«Στα ορυχεία της Λευκής Πόλης. Ακριβώς Γκρένιον. Γνωρίζεις την ιστορία των αρχαίων σπαθιών;» τον διέκοψε το ξωτικό.
«Φυσικά και την γνωρίζω, απλώς πίστευα πως ήταν ακόμη ένα παραμύθι για τα παιδιά.» απάντησε ο Γκρένιον. «Λοιπόν που είναι αυτή η πύλη; Που θα τη βρω;»
«Δεν χρειάζεται να ψάξεις νεαρέ μου.» Απάντησε με βαθιά μελαγχολική φωνή ο Έλμκειν που ως τότε παρατηρούσε με στωικότητα και θλίψη τον σιδερά από την Αρλάικ. Ευχόταν να μπορούσε να περάσει και ο ίδιος τη Πύλη για να τον βοηθήσει. Άλλωστε είχε πολεμήσει τον δαίμονα σε μια μάχη χωρίς τελικό νικητή αλλά με πολλούς ηττημένους. Πολλοί από το είδος του είχαν αφανιστεί εκείνη τη μέρα από τη σατανική στρατιά του. Ήταν, όμως, κι αυτός ένα πλάσμα του Φωτός και του είχε αφαιρεθεί η δυνατότητα να μπει στον σκοτεινό κόσμο του προαιώνιου εχθρού του.
«Η πύλη βρίσκεται ακριβώς από πίσω σου.» συνέχισε ο δράκος.
Ο Γκρένιον γύρισε το κεφάλι του αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Μόνο τον πέτρινο τοίχο της σπηλιάς. Ξαφνικά ο Δράκος σηκώθηκε όρθιος, έκανε ένα βήμα πίσω κι άρχισε να μιλάει δυνατά σε μια γλώσσα ακατανόητη για τους ανθρώπους που βρισκόταν εκεί. Μόλις τελείωσε το ξόρκι, τα βράχια πίσω απόν Γκρένιον άρχισαν να φωτίζονται. Διαμάντια άρχισαν να εμφανίζονται σαν να ήταν καλυμμένα με σκόνη ως τότε. Σιγά σιγά το περίγραμμα της πύλης έπαιρνε μορφή ενώ ένα αχνό γαλάζιο φως άρχισε να γεννιέται στο κέντρο της, καλύπτοντας αργά αλλά σταθερά όλο το εμβαδόν της. Τα διαμάντια, που τη σχημάτιζαν μέσα στους βράχους, έλαμπαν τώρα πανέμορφα, σαν μικρά ολόγιομα φεγγάρια μια καλοκαιρινής ξάστερης νύχτας.
«Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να το κάνεις αυτό γιε μου;» ρώτησε με αγωνία ο πατέρας του νεαρού σιδερά.
«Πρέπει!» απάντησε εκείνος και χωρίς δισταγμό, κραδαίνοντας το σπαθί του κινήθηκε προς την είσοδο του εφιαλτικού βασιλείου.
Στάθηκε μπροστά στη πύλη. Οι καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Με μια γρήγορη κίνηση πέρασε μέσα της και βρέθηκε σε μια στενή πέτρινη γέφυρα. Από κάτω έχασκε η άβυσσος ενώ η ανυπόφορη ζέστη σε συνδυασμό με τις μυρωδιά καμένης σάρκας έκαναν την ατμόσφαιρα ανυπόφορη. Άρχισε να περπατά προς το τέλος της γέφυρας. Μια μεγάλη έρημος απλωνόταν μπροστά του ενώ ο ουρανός είχε ένα μαύρο πένθιμο χρώμα. Μήτε άστρα ή φεγγάρια έλαμπαν. Κακότεχνα μαρμάρινα αγάλματα στο άρρωστο κίτρινο χρώμα της άμμου υπενθύμιζαν συνεχώς που βρισκόσουν. Όλα είχαν τη μορφή δαιμονικών πλασμάτων και ακρωτηριασμένων όντων τα οποία είχαν περάσει από βασανιστήρια που ο Γκρένιον ούτε καν ήθελε να σκεφτεί… Ανάμεσα στους αμμόλοφους υπήρχαν διάσπαρτες μικρές αιμάτινες λίμνες όπου κόκκαλα επέπλεαν ενώ συχνά από μέσα τους αναδύονταν ανθρώπινα σώματα που κραύγαζαν και εκλιπαρούσαν για οίκτο.
Ο Γκρένιον περπατούσε ανάμεσα σε όλα αυτά χωρίς να ξέρει τα πρέπει να κάνει. Ξαφνικά άκουσε φτερουγίσματα στον σκοτεινό ουρανό. Μικρά διαβολικά φτερωτά πλάσματα εμφανίστηκαν και προσγειώθηκαν σχηματίζοντας ένα κύκλο γύρω του. Ένας νέος μικρός ομόκεντρος κύκλος φωτίστηκε με ένα κόκκινο μοχθηρό φως. Στο κέντρο του άρχισε να σχηματίζεται η ζοφερή μορφή του αρχιδαίμονα. Το τερατόμορφο πλάσμα άρχισε να γελά βγάζοντας αποκρουστικούς ήχους. Τα μεγάλα κόκκινα μάτια του έπεσαν στον νεαρό άνδρα που είχε το θράσος να εισβάλει στη περιοχή του. Άνοιξε τα μαύρα του φτερά δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερο δέος στον Γκρένιον. Ήδη το τεράστιο μυώδες γκρίζο κορμί του, γεμάτο με φολίδες (όπως αυτές που έχουν τα φίδια) και το πιθηκόμορφο κερασφόρο κεφάλι του ήταν αρκετά για σπείρει την αμφιβολία σχετικά με την επιτυχία της αποστολής του, στο ταραγμένο μυαλό του Γκρένιον.
«Αυτό που ψάχνεις δεν μπορείς να το βρεις» γρύλισε ο Φαρέκ.

28.6.09

Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 5ο)

Ο Γκρένιον έστεκε μαρμαρωμένος. Κοιτούσε με φόβο αλλά και δέος τον Μαύρο Δράκο. Η όψη του ήταν τρομακτική. Τα μεγάλα μάτια του τέρατος όμως ήταν διαφορετικά. Θα πίστευε κανείς πως άνηκαν σε κάποιον ευγενικό και σοφό, μέσα από το πέρασμα του χρόνου, άνθρωπο. Δεν είχαν καμιά σχέση με τα σατανικά ερπετοειδή μάτια που υποτίθεται πως είχαν οι δράκοι, όπως του μάθαιναν όταν ήταν μικρός. Τα σκούρα γαλάζια μάτια του έμοιαζαν σαν βαθιές αρχαίες ατάραχες λίμνες, ξεχασμένες σε απρόσιτα οροπέδια.
“Δεν με θυμάσαι λοιπόν...” συνέχισε ο δράκος, “λογικό είναι, ήσουν πολύ μικρός όταν είχαμε ξανασυναντηθεί.”
“Τι σημαίνουν όλα αυτά;” κατάφερε να ξεστομίσει ο νεαρός άνδρας.
“Είναι μια παλιά ιστορία που ήρθε ο καιρός να τη μάθεις.” τού απάντησε ο πατέρας του, “όταν γεννήθηκες ο κόσμος μας ήταν σε αναταραχή. Οι πόλεμοι ήταν ο κανόνας στη περιοχή. Το κομμάτι γης που κατοικούμε είναι πλούσιο και πολλοί ήθελαν να το αποκτήσουν. Παράλληλα, η απληστία των αρχόντων της Αρλάικ δεν είχε όρια και επιθυμούσαν συνεχώς καινούργια εδάφη, χωράφια, ορυχεία, σκλάβους. Ήταν ένας ατέλειωτος εφιάλτης. Οι στρατιώτες ήταν αναλώσιμα εργαλεία και λόγω των απωλειών συνεχώς έπαιρναν όλο και πιο νέους στο στράτευμα. Άρχιζαν να παίρνουν παιδιά για να τα εκπαιδεύσουν στη στρατιωτική ακαδημία ώστε όταν γίνουν έφηβοι να ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για τη δόξα της Αρλάικ, όπως έλεγαν. Έτοιμοι να πεθάνουν για να πλουτίσουν ακόμη περισσότερο οι άρχοντες, όπως έλεγαν οι περισσότεροι φτωχοί πολίτες. Φοβήθηκα ότι θα σε έπαιρναν Γκρένιον. Ήσουν μόλις πέντε ετών όταν σε πήρα και ανεβήκαμε σε αυτό το βουνό. Η μονάδα που ήταν υπεύθυνη για την αναζήτηση νέων στρατιωτών είχε φτάσει στο χωριό μας και έψαχνε στα σπίτια αδιακρίτως. Δεν μπορούσα να βρω άλλη λύση. Ανακάλυψα αυτή τη σπηλιά και μπήκα μέσα. Εδώ βρήκα τον Έκμνεϊν τον Μαύρο Δράκο των Παλαιών Χρόνων αλλά και τον Λαέκριον το Ξωτικό του Δάσους. Εκείνοι με βοήθησαν να σε κρύψω και ανέλαβαν για λίγο την ανατροφή σου, μέχρι να ημερέψει ο τόπος, μέχρι να ημερέψουν οι άνθρωποι.”
Ένας θόρυβος ακούστηκε τότε από μακριά, σαν το τρίξιμο μιας πόρτας. Ακολούθησε ένας ήχος που έμοιαζε σαν απαλό θρόισμα φύλλων. Μια μορφή εμφανίστηκε και πλησίασε γοργά τους συνομιλητές. Σου έδινε την εντύπωση πως δεν πατούσε στη γη αλλά πως αιωρούνταν. Τόσο ανάλαφρο ήταν το περπάτημα του. Φορούσε ένα πράσινο μανδύα που είχε κεντημένα χρυσά σύμβολα. Ενώ από κάτω, το άσπρο πουκάμισο και το σκούρο πράσινο παντελόνι συμπλήρωναν την εικόνα του κομψού νέου. Τα ξανθά μαλλιά του έπεφταν στους ώμους του ενώ το χλωμό του πρόσωπο με τα μεγάλα πράσινα μάτια εξέπεμπαν μια μεγαλοπρέπεια. Τα χαρακτηριστικά του ήταν τυπικά για ένα ξωτικό του δάσους. Μόνο το σημάδι στο δεξί του μάτι πρόδιδε ότι κάτι διαφορετικό είχε αυτό το ξωτικό σε σχέση με τους φιλειρηνική φυλή του.
“Γεια σου Γκρένιον. Ελπίζω να σου εξήγησαν τι συμβαίνει. Είσαι έτοιμος λοιπόν να περάσεις τι Διαμαντένια Πύλη;” είπε το περήφανο ξωτικό.
“Τι να περάσω;!” απάντησε ο Γκρένιον με μια παιδική απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. “Το σημάδι στο πρόσωπο σου..., εσύ ήσουν που με βοήθησες να έρθω εδώ;”.
“Ναι εγώ ήμουν. Διάλεξα μια μορφή που δεν θα τραβούσε τα βλέμματα των ανθρώπων. Βλέπω όμως πως δεν σου είπαν τίποτα ακόμη για την αποστολή σου.” είπε ο Λαέκριον.
“Περιμέναμε εσένα. Πιστεύω πως είσαι ο πιο κατάλληλος να μιλήσεις για αυτό το θέμα.” τον διέκοψε τότε ο πατέρας του Γκρένιον.
“Εντάξει λοιπόν, θα σου πως έχουν τα πράγματα.” είπε το ξωτικό κι άρχισε να εξιστορεί, ”To βράδυ που σε επισκέφθηκα προσπάθησαν να απαγάγουν τον πατέρα σου και ίσως να έπαιρναν κι εσένα. Δεν πρόλαβα να τους σταματήσω αλλά ευτυχώς κατάφερε να τον ελευθερώσει ο Έκμνεϊν πριν περάσουν τη πύλη.”
“Ποιοι ήταν αυτοί και τι ήθελαν;” ρώτησε ο Γκρένιον.
“Ήταν οι υποτακτικοί του Φαρέκ του δαίμονα των κατώτερων επίπεδων της κόλασης. Προσπαθεί να συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό από ανθρώπους για να ενισχύσει τον στρατό του. Δεν ήταν μόνο ο πατέρα σου το μοναδικό θύμα. Το τελευταίο διάστημα που παρακολουθώ τις κινήσεις του, έχει καταφέρει να υποδουλώσει πολλούς ανθρώπους. Υπάρχει έντονη κινητικότητα. Ίσως ετοιμάζει την επίθεση του αλλά δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Ήρθα εδώ για να βοηθήσω τον δράκο στη φύλαξη της πύλης που συνδέει το βασίλειο της γης με το βασίλειο της απόγνωσης όπου κυριαρχεί ο δαίμονας. Είναι μια κρίσιμη αποστολή που μου ανατέθηκε από τους ίδιους τους Θεούς.”
“Οι Θεοί;! Τώρα θυμήθηκα... Είσαι ο Λαέκριον, το αρχαίο ξωτικό που έγινε δεκτό στο βασίλειο των Θεών...”
“Αποστολή σου Γκρένιον” συνέχισε ο συνομιλητής του χωρίς να δώσει σημασία στη διακοπή, “είναι να περάσεις τη πύλη και να σκοτώσεις τον δαίμονα.”
“Θα αστειεύεσαι;! Δεν έχω ιδέα από αυτά που μου λες. Πάτερα ήρθε η ώρα να πάμε σπίτι....” απάντησε ο νεαρός άνδρας και σηκώθηκε όρθιος.
“Ο δαίμονας δεν επιτέθηκε μόνο στον πατέρα σου αλλά και την μητέρα σου, Γκρένιον.”
“Η μητέρα μου; Μα, είναι νεκρή; Πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρός. Θα έπρεπε να το γνωρίζεις.”
“Το ξέρω. Ο Φαρέκ όμως δεν κάνει διάκριση σε νεκρούς και ζωντανούς. Η μητέρα σου είναι φυλακισμένη στο βρομερό βασίλειο του.” είπε το ξωτικό και κοίταξε τον σιδερά στα μάτια.
Το πρόσωπο του Γκρένιον ήταν χλωμό και μια έκφραση απορίας αλλά και τρόμου συνάμα είχε σχηματιστεί. Κάθισε, έσκυψε πάνω στο τραπέζι κι έβαλε τις παλάμες του στο πρόσωπο. Νεκρική σιγή επικράτησε στη τεράστια υπόγεια σπηλιά.
“Θα το κάνω.” ακούστηκε ξέπνοα η φωνή του.

24.5.09

Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 4ο)

Το τούνελ ήταν κλειστοφοβικό και δημιουργούσε ένα αίσθημα δυσφορίας στον τολμηρό άνδρα που το κατέβαινε αργά. Το τρεμάμενο φως από τον πυρσό δημιουργούσε εφιαλτικές σκιές στο ανάγλυφο των τοιχωμάτων της σήραγγας και σε συνδυασμό με τους περίεργους ήχους που ακουγόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα θα τρόμαζε και ο πιο γενναίος πολεμιστής της βασιλικής φρουράς της Αρλάικ. Παρόλα αυτά ο Γκρένιον ένοιωθε μια παράξενη ασφάλεια νιώθοντας το σπαθί στη ζώνη του.
Η κάθοδος τελείωσε και βρέθηκε σε ένα ψηλοτάβανο στρογγυλό δωμάτιο. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με γκρίζα πέτρα ενώ δάδες στηριζόταν σε όμορφες ασημένιες βάσεις στο καμπύλο σκούρο τοίχωμα που το φως τους δημιουργούσαν μια μυστηριακή ατμόσφαιρα. Πρόσεξε ότι στο τοίχο υπήρχαν σκαλισμένες, με τέχνη περισσή, εικόνες από επικές μάχες ενός μακρινού παρελθόντος. Ιππότες με εντυπωσιακές πανοπλίες και όπλα, περήφανα άλογα, πλάσματα απόκοσμα, δράκοι να πετούν από πάνω τους αλλά και νεκροί με παραμορφωμένα από τον τρόμο πρόσωπα. Το πρόσωπο του συσπάστηκε από τη φρίκη.
Ακριβώς απέναντι από την είσοδο του τούνελ από όπου κατέβηκε ο Γκρένιον υπήρχε μια μεγάλη παλιά ξύλινη πόρτα. Το περίγραμμα της ήταν ασημένιο και είχε σκαλισμένα, πάνω του, διάφορα ρουνικά σύμβολα που πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε ο Γκρένιον. Στο κέντρο της ήταν ζωγραφισμένο το περίγραμμα ενός τεράστιου ερπετού με εντυπωσιακά φτερά. Ήταν το περίγραμμα ενός Δράκου των Παλαιών Χρόνων. Είχε ακούσει γι' αυτούς σε ιστορίες των γέρων που έμοιαζαν όμως με παραμύθια για παιδιά και κανένας δεν τους έδινε σημασία. Δεν υπήρχε κάποιο πόμολο στη πόρτα ή κάτι άλλο για να την ανοίξει. Προσπάθησε αμέσως να την κλωτσήσει. Μια κίνηση που ξάφνιασε ακόμη και τον ίδιο. Δεν πρόλαβε όμως να την ακουμπήσει και μια δύναμη τον τίναξε πίσω. Πονούσε όλο του το σώμα. Τότε άκουσε θορύβους να έρχονται από την οροφή. Σε λίγα δευτερόλεπτα τα τοιχώματα του κυκλικού χώρου είχαν γεμίσει με αποκρουστικά πλάσματα που έμοιαζαν με μεγάλες μαύρες αράχνες. Τα κεφάλια τους ήταν ανθρώπινα αλλά με φρικτά πρησμένα χαρακτηριστικά, σαν να ήταν δημιούργημα κάποιου θεού που ήθελε να χλευάσει το ανθρώπινο είδος.
Ο Γκρένιον έβγαλε αμέσως το σπαθί του και τα πετράδια έλαμψαν με ένα μαύρο φως. Άρχισε την επίθεση στα αραχνόμορφα πλάσματα. Έμπηγε εύκολα το ξίφος στα απειλητικά τέρατα τα οποία έβγαζαν ένα πυώδες σκούρο πράσινο υγρό αντί για αίμα, σημάδι πως ήταν γέννημα ενός άλλου κόσμου. Ο Γκρένιον ακολουθούσε πιστά τα βήματα μιας χορογραφίας θανάτου σαν να ήταν χρόνια πολεμιστής. Σε λίγα λεπτά δεν είχε μείνει κανένα πλάσμα ζωντανό (αν ήταν ποτέ ζωντανές αυτές οι φρικτές υπάρξεις).
Εφόσον βγήκε από τη πρωτόγνωρη για τον ίδιο, πολεμική έκσταση άρχισε να περιεργάζεται τον χώρο και αφού δεν βρήκε κάποιο στοιχείο που θα τον βοηθούσε στη παράλογη αναζήτησή του προχώρησε προς τη ξύλινη πόρτα. Προσπάθησε πάλι να την ανοίξει αλλά ήταν μάταιο. Ήταν κλειδωμένη. Σήκωσε το σπαθί ψηλά ώστε να προσπαθήσει να τη σπάσει όμως τότε τα πετράδια έλαμψαν ξανά. Ένας δυνατός τριγμός ακούστηκε και η πόρτα άρχισε να ανοίγει αργά. Από τη σχισμή που μεγάλωνε έβγαινε ένα ζεστό κίτρινο φως. Όταν η πόρτα άνοιξε τελείως, τον περίμενε μια τεράστια αίθουσα, στρωμένη με λευκό μάρμαρο ενώ στα τοιχώματα της ήταν κρεμασμένα μεταξένια υφάσματα που γυάλιζαν κάτω από το ζεστό φως των δεκάδων πυρσών. Στα υφάσματα ήταν κεντημένα πανέμορφα σχέδια και αρχαία ρουνικά σύμβολα. Τέσσερις επιβλητικές κολόνες από λευκό και πράσινο χρώμα στήριζαν το χώρο.
Ο Γκρένιον δεν μπορούσε να καταλάβει τι σήμαιναν τα περίτεχνα σχέδια στους τοίχους και σίγουρα δεν μπορούσε να διαβάσει την αρχαία γλώσσα που είχε ξεχαστεί εδώ και πολλούς αιώνες από τους κατοίκους της Αρλάικ. Αν και στην αρχή σάστισε από το μέγεθος του χώρου όσο περνούσε η ώρα ένιωθε ένα περίεργο αίσθημα θαλπωρής. Προχώρησε προς το βάθος περπατώντας αργά ανάμεσα από τους στύλους. Αμέσως μετά υπήρχε ένα χάσμα, ένα βαθύ φαράγγι που το διέσχιζε μια μικρή πέτρινη γέφυρα και ένωνε το δάπεδο της αίθουσας που φαινόταν σαν να είχε χωριστεί σε εκείνο το σημείο από κάποιο παλιό σεισμό.
Με έκπληξη τότε ο νεαρός άνδρας είδε, στον μικρό χώρο που βρισκόταν στην άλλη πλευρά της γέφυρας, ένα ξύλινο τραπέζι με τρεις καρέκλες. Οι δύο ήταν κενές, στη τρίτη όμως μια σκοτεινή φιγούρα κινήθηκε.
“Γκρένιον! Επιτέλους ήρθες.” ακούστηκε από τη σκιά.
“Πατέρα;!” απάντησε σχεδόν ψιθυριστά ο Γκρένιον.
“Έλα γιε μου, μη φοβάσαι! Εγώ είμαι.” είπε η γνώριμη φωνή.
Ο άνδρας πλησίασε και ο νεαρός σιδεράς είδε καθαρά πια τη μορφή του πατέρα του. Έτρεξε πάνω στη γέφυρα και πήγε κοντά του.
“Είσαι καλά; Τι συμβαίνει; Τι είναι όλα αυτά;” ρώτησε ο Γκρένιον με κομμένη αναπνοή.
“Ηρέμησε! Καλά είμαι. Κάθισε και θα σου εξηγήσω.” απάντησε ο πατέρας του και συνέχισε λέγοντας “Πρώτα όμως πρέπει να περιμένουμε να έρθουν και οι οικοδεσπότες μας...”.
Ένας θόρυβος ακούστηκε μέσα από το χάσμα, σαν το φτερούγισμα ενός τεράστιου πουλιού. Ο ήχος γινόταν όλο και πιο δυνατός μέχρι που ξεπρόβαλε το κεφάλι ενός γιγαντιαίου ερπετού. Στη συνέχεια άρχισε να φαίνεται όλο το σώμα, τα δυνατά φτερά του, η ουρά του. Προσγειώθηκε στην άλλη πλευρά της αίθουσας. Ο Γκρένιον έβγαλε αμέσως το σπαθί του.
“Δεν θα σου χρειαστεί.” του είπε με καθησυχαστική φωνή ο πατέρας του.
Ακούστηκαν τα βαριά βήματα του τέρατος καθώς πλησίαζε στη γέφυρα. Ο νεαρός σιδεράς είχε τρομοκρατηθεί. Τον έβλεπε να κάθεται -ακριβώς απέναντι από το χώρο που ήταν αυτός και ο πατέρας του- και να απλώνει τον λαιμό του κατά μήκος της γέφυρας φέρνοντας το κεφάλι του κοντά στο τραπέζι. Το θηρίο άνοιξε το στόμα του και ο Γκρένιον ένιωσε τη καυτή ανάσα του. Τότε ένα βαρύς ήχος βγήκε από μέσα του σαν αναστεναγμός και ακούστηκε η βραχνή φωνή του Δράκου.
“Γεια σου Γκρένιον, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω...”

5.5.09

Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 3ο)

Ο νεαρός σιδεράς είχε τρομοκρατηθεί. Έκανε πίσω και ακούμπησε τη πλάτη του στο τοίχωμα της σπηλιάς. Το Βλάομουκ σερνόταν αργά προς το μέρος του και τον οσφραίνονταν. Τα πολύ μικρά, για το μέγεθος του κεφαλιού του, μάτια ήταν σχεδόν τυφλά και έτσι στηριζόταν στην όσφρηση του να για να βρει τη λεία του. Και σήμερα το θήραμα του θα ήταν ένας κάτοικος της Αρλάικ. Ο Γκρένιον προσπάθησε να απομακρυνθεί πηγαίνοντας παράλληλα προς το τοίχωμα της σπηλιάς. Ένας σωρός από βράχια που βρισκόταν κοντά ίσως του πρόσφερε κάποιο καταφύγιο. Κάνοντας ένα άλμα προς τα δεξιά κατάφερε να πέσει πίσω από τον βράχο. Και πάνω στην ώρα! Σχεδόν ταυτόχρονα του επιτέθηκε το αλλόκοτο πλάσμα τινάζοντας με δύναμη τον λαιμό του χωρίς όμως να προλάβει να τον πετύχει.
Πέφτοντας, ο Γκρένιον, άκουσε ήχους που έμοιαζαν σαν κι αυτούς που κάνουν τα ξερά ξύλα όταν σπάζουν. Άρχισε να ψάχνει το έδαφος για να βρει κάτι που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ως όπλο. Μόνο τότε κατάλαβε, με τρόμο, ότι δεν ήταν ξύλα αυτά που έσπασαν αλλά παλιά οστά ανθρώπων που ήταν μισοθαμένα στο χώμα. Το Βλάομουκ γρύλιζε θυμωμένο και τον πλησίαζε. Άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στα κόκαλα. Ένα παλιό μαχαίρι που βρήκε, του αναπτέρωσε το ηθικό. Σηκώθηκε απότομα και το πέταξε πετυχαίνοντας τον αντίπαλό του στη πλάτη. Το μαχαίρι έγινε κομμάτια προσκρούοντας στο σκληρό δέρμα του πλάσματος. Απογοητευμένος προσπάθησε να βρει κι άλλο όπλο ανάμεσα στις στοίβες από τους ανθρώπινους σκελετούς. Έπιασε τη λαβή του σαν να ήταν κατασκευασμένη από μαγνήτη και το χέρι του από σίδερο. Σχεδόν κόλλησε στο χέρι του. Το τράβηξε. Φαινόταν πολύ παλιό αλλά η λεπίδα του ήταν σαν ακονισμένο ξυράφι. Ένιωθε τη λαβή να ζεσταίνεται, να γίνεται ένα με το χέρι του. Το σήκωσε ψηλά. Ένιωσε δυνατός. Το βλάομουκ βρισκόταν μπροστά του και ετοιμαζόταν να του επιτεθεί για δεύτερη φορά. Ο νεαρός σιδεράς, πριν προλάβει να το σκεφτεί, κατέβασε με δύναμη το σπαθί και είδε με έκπληξη να σκίζει εύκολα το σώμα του ζώου σαν να ήταν ζεστό βούτυρο. Το πλάσμα έπεσε νεκρό χωρίς να καταλάβει τι το σκότωσε.
Ο Γκρένιον βγήκε έξω από τη σπηλιά. Είχε καταλάβει για πιο λόγο τον έστειλε εδώ ο περίεργος άνδρας και πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το δάσος. Κρατούσε το σπαθί στα χέρια του. Παρά τη σκόνη, έβγαζε μια αχνή λάμψη. Η λαβή του ήταν δερμάτινη, ενώ εκεί που άρχιζε η λεπίδα υπήρχε ένα περίτεχνο σχέδιο σε σχήμα ασημένιου σταυρού που στο μέσο του υπήρχαν δύο ζεύγη κύκλων που έμοιαζαν με μάτια. Στο κέντρο των κύκλων μαύρα πετράδια μαγνήτισαν το βλέμμα του νέου άνδρα. Σαν υπνωτισμένος τα κοιτούσε μέχρι που νόμισε πως εμφανίζονταν εικόνες μέσα τους. Εικόνες από μια μάχη παλιά. Τράβηξε το βλέμμα του μακριά. Τόσα χρόνια στη δουλειά του δεν είχε ξαναδεί τέτοιο κατασκεύασμα. Ήταν τέλεια ζυγισμένο και αιχμηρό παρά τη παλαιότητα του. Το έβαλε πρόχειρα στη ζώνη του.
Μετά από αρκετές ώρες έφτασε και πάλι στο δάσος. Το άλογο που τον είχε φέρει τον περίμενε υπομονετικά. Είχε πια νυχτώσει. Κατάφερε να βρει μερικά φρούτα για να ξεγελάσει τη πείνα του και ξάπλωσε πάνω στον μάλλινο μανδύα που είχε απλώσει προσεκτικά στο έδαφος. Η φωτιά το προσέφερε ζεστασιά αυτή τη κρύα νύχτα και έτσι κατάφερε να κοιμηθεί. Είδε πάλι το ίδιο όνειρο. Ούτε αυτή τη φορά κατάφερε να δει τι ήταν αυτό που τον έσωσε από τον γκρεμό. Μόνο ένα ασημένιο περίγραμμα γυναικείας σιλουέτας που χανόταν στον σκοτεινό ουρανό.
Ξύπνησε με την ανατολή του ηλίου. Οι ακτίνες που περνούσαν μέσα από το πυκνό φύλλωμα έπεφταν στο πρόσωπο του και τον ζέσταιναν. Οι ήχοι του δάσους κατάφερναν να τον παίρνουν μακριά από τις απαισιόδοξες σκέψεις του. Άραγε θα έβλεπε ξανά τον πατέρα του; Ανέβηκε απρόθυμα στο άλογο, που σαν πιστός ακόλουθος βρισκόταν πάντα εκεί, και άρχισε να τρέχει προς το βορρά. Προορισμός τους ήταν το βουνό των θεών, το Ντράιουν. Η ταχύτητα του αλόγου ήταν και πάλι υπερφυσική ή έτσι φαινόταν στον Γκρένιον. Μέσα σε λίγες ώρες κατάφεραν να διανύσουν σχεδόν όλο το βασίλειο της Αρλάικ και να φτάσουν στους πρόποδες του όρους. Είχαν έρθει από τον ανατολικό δρόμο που δεν περνούσε μέσα από κανένα οικισμό και ήταν επίσης αρκετά μακριά από το κάστρο των αρχόντων της πολιτείας. Έτσι δεν συνάντησαν κανέναν στο ταξίδι τους.
Κατέβηκε και άρχισε να παρατηρεί τη περιοχή. Δεν είχε ξανάρθει εδώ. Υπήρχε χαμηλή βλάστηση πάνω στο πετρώδες έδαφος ενώ όσο κοιτούσε πιο ψηλά τόσο αυξανόταν και η κλίση της πλαγιάς. Γύρισε ν' ανέβει στο άλογο, που του πρόσφερε ανεκτίμητη βοήθεια αυτές τις ώρες, αλλά δεν υπήρχε τίποτα πίσω του... Άρχισε να ανεβαίνει τη πλαγιά. Μπορούσε ν' ακούσει μόνο το κράξιμο μαύρων πουλιών που πετούσαν πένθιμα από πάνω του και την ανάσα του, που γινόταν όλο και πιο γρήγορη λόγω της κούρασης του. Δεν ήξερε πιο θα ήταν το τέρμα αλλά ανέβαινε χωρίς σταματημό. Σαν κάτι να τον τραβούσε ή ίσως σαν κάτι να τον ωθούσε προς τα εκεί. Η πλαγιά ήταν πια πολύ απότομη και χρειαζόταν να σκαρφαλώσει. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται τίποτα. Μόνο πως θα ανέβει λίγο ακόμη πιο ψηλά.
Βάζοντας όλη του τη δύναμη πιάστηκε από ένα βράχο που εξείχε και κατάφερε να τον ανέβει. Ήταν σαν ένα φυσικό μπαλκόνι του ιερού βουνού. Κοίταξε κάτω και μπορούσε να δει σχεδόν όλη τη πεδιάδα της χώρας που είχε γεννηθεί. Σκέφτηκε πως και οι θεοί, αν ποτέ κατοικούσαν σε αυτό το μέρος, από αυτό το σημείο θα επέβλεπαν τον κόσμο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πιάστηκε από δύο πέτρινα εξογκώματα για να συνεχίσει την άνοδο του. Ξαφνικά όμως το σπαθί έγινε πολύ βαρύ. Σχεδόν δεν μπορούσε να το σηκώσει. Έπεσε στα γόνατα του. Η κούραση, μαζί με το ξαφνικό βάρος τον έκαναν να λυγίσει. Καθώς βρισκόταν σε αυτή τη θέση πρόσεξε ένα μικρό άνοιγμα, μια είσοδο σπηλιάς ανάμεσα στα βράχια. Άρχισε να κινείται προς τα εκεί. Όσο πλησίαζε, το ξίφος γινόταν πιο ελαφρύ. Με δυσκολία τον χωρούσε όπως ήταν σκυμμένος όμως μπήκε μέσα χωρίς κανένα δισταγμό.
Παρόλο που το άνοιγμα ήταν μικρό, η σπηλιά φαινόταν τεράστια. Δεν υπήρχε πολύ φως και ένιωθε την υγρασία στα κόκαλα του. Σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει για κάποιο στοιχείο αριστερά και δεξιά. Το σπαθί ήταν πια πολύ ελαφρύ. Πρόσεξε πως προς το βάθος υπήρχε ένα φως που έκαιγε. Προχώρησε προς τα εκεί. Δύο δάδες ήταν κρεμασμένες στους τοίχους και σηματοδοτούσαν την αρχή ενός τούνελ που κατέβαινε προς τα κάτω, στα έγκατα του επιβλητικού όρους. Πήρε τη μια δάδα στο χέρι του κι άρχισε να κατεβαίνει.

21.4.09

Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 2ο)

Το φως του ήλιου, δειλά, άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του καθώς ένα φθινοπωρινό πρωινό ξεκινούσε στο ήσυχο βασίλειο της Αρλάικ. Οι κάτοικοι της πολιτείας αυτής ξεκινούσαν για τις δουλειές και τις υποχρεώσεις τους. Ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσουν τη καθημερινότητά και τη ρουτίνα που τους εξασφάλιζε ασφάλεια και ηρεμία. Όλοι εκτός από έναν νεαρό άνδρα που καλπάζοντας με ένα ξένο άλογο διέσχιζε με ταχύτητα το πλατανόδασος στο νότια σύνορα. Το πυκνό φύλλωμα των δέντρων δεν άφηνε όλο το φως να περάσει κι έτσι επικρατούσε ακόμη σκοτάδι. Το γεγονός αυτό όμως δεν επηρέαζε το όμορφο ζώο που έτρεχε σαν να το κυνηγούσαν οι χειρότεροι εφιάλτες του και προσπαθούσε να τους ξεφύγει.
Είχε φτάσει το μεσημέρι και πλησίαζαν στο τέλος του δάσους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Γκρένιον προσπαθούσε να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά στο μυαλό του αλλά χωρίς επιτυχία. Ήταν εξωπραγματικό αυτό που του είχε συμβεί το χθεσινό βράδυ. Αδυνατούσε να το εξηγήσει με τη λογική. Ξαφνικά το άλογο σταμάτησε να τρέχει και άρχισε να καλπάζει αργά μέχρι που σταμάτησε τελείως. Τα δέντρα ήταν τώρα πιο αραιά και το φως του ήλιου έλουζε τα υγρά φυτά κάνοντας τα να λάμπουν.
“Μάλλον πρέπει να κατέβω”, σκέφτηκε, “φαίνεται ότι το άλογο δεν αντέχει να πάει πιο μακριά. Όμως ο γέρος στο σπίτι μου είπε ότι θα με πήγαινε στον πατέρα μου... Ίσως να είναι εδώ κοντά” και με αυτή τη σκέψη κατέβηκε άγαρμπα από το υποζύγιο του. Είχε εντυπωσιαστεί από τη ταχύτητα και την αντοχή του αλόγου αλλά τώρα δεν ήταν ώρα για φιλιππικές αναλύσεις. Παρατήρησε για λίγο τον χώρο. Δεν υπήρχε τίποτα το περίεργο ή οτιδήποτε που θα αποτελούσε χρήσιμο σημάδι στην αναζήτηση του. Διέκρινε μια γνώριμη φιγούρα να τον πλησιάζει. Ήταν ο ίδιος ηλικιωμένος άνθρωπος που τον επισκέφθηκε το βράδυ.
“Δεν θα τον βρεις εδώ” είπε ο γέρος βλέποντας την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του νεαρού άνδρα, “ο πατέρας σου βρίσκεται φυλακισμένος σε μια σπηλιά στο Ντράιουν”.
“Στο Ντράιουν;! Αν είναι εκεί τότε γιατί με έφερες εδώ; Το Ντράιουν είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση.” φώναξε αγανακτισμένος ο Γκρένιον.
“Πρέπει πρώτα να εξοπλιστείς. Πως θα αντιμετωπίσεις τους Φύλακες; Με το αμόνι και το παλιό σφυρί από το σιδεράδικο; Σε μερικά μέτρα αρχίζει η έρημη περιοχή του Βλέομαγκ. Εκεί θα βρεις αυτό που σου είναι απαραίτητο.”
“Το Βλέομαγκ; Φτάσαμε σε μισή μέρα στο καταραμένο Βλέομαγκ; Μα τους θεούς αυτό το άλογο είναι πολύ γρήγορο! Και ποιοι είναι πάλι αυτοί οι Φύλακες;”
“Ξέρεις για τη κατάρα του Βλέομαγκ;” ρώτησε κάπως ξαφνιασμένος ο γέρος τον Γκρένιον.
“Όχι δεν ξέρω τίποτα γι' αυτό το μέρος” απάντησε αμέσως ο σιδεράς, “απλώς έχω ακούσει τους ταξιδιώτες που έρχονται από τα βασίλεια του νότου να το περιγράφουν πάντα ως καταραμένο. Πες μου, ποια κατάρα έχει πέσει σε αυτό το μέρος;”
“Ο τόπος που θα πάμε σε λίγο είναι μια άγρια στέπα. Όλοι οι ταξιδιώτες αποφεύγουν να περνάνε από μέσα του γιατί γνωρίζουν ότι ο θάνατος είναι πιθανός. Όχι μόνο λόγο της έλλειψης τροφής ή των σκληρών καιρικών συνθηκών αλλά και λόγω των Βλαομούκ, των πτωματοφάγων πλασμάτων που κρύβονται επιδέξια μέσα στο έδαφος. Αυτά όμως είναι τα αποτελέσματα της κατάρας και όχι η ίδια η κατάρα. Το Βλέομαγκ αποτέλεσε το πεδίο μιας αρχαίας μάχης. Όλη η περιοχή ήταν πλούσια και είχε σπάνια ομορφιά. Πολλές φυλές θέλησαν να την κάνουν δική τους. Μάχες έγιναν και χύθηκε πολύ αίμα ώσπου οι θεοί, αηδιασμένοι, θεώρησαν πως ήρθε η ώρα να βάλουν ένα τέλος. Πήραν και οι ίδιοι μέρος στη μάχη. Μόνο που δεν ήταν στο πλευρό ούτε της μίας παράταξης ούτε της άλλης. Τα πύρινα σπαθιά τους έκαιγαν και έκοβαν αδιακρίτως μέχρι που κανένα ζωντανό πλάσμα δεν έμεινε όρθιο. Και για να μην επαναληφθεί αυτό έριξαν βαριά κατάρα ώστε ν' αντικρίζει τον θάνατο όποιος περνά από εκεί. Από τότε η ζωή και η ομορφιά εγκατέλειψαν για πάντα από αυτόν τον τόπο.”
“Δηλαδή με στέλνεις στον θάνατο μου γέρο;!” ρώτησε έκπληκτος ο Γκρένιον.
“Όχι, μη φοβάσαι. Έχουν περάσει πολλοί αιώνες από τότε και η κατάρα έχει εξασθενήσει. Άλλωστε οι Θεοί δεν κατοικούν πια εδώ, έτσι δεν λένε στο χωριό σου;” Απάντησε ο συνομιλητής του με ελαφρά ειρωνικό βλέμμα.
“Και τι πρέπει να κάνω εκεί;”
“Θα προχωρήσεις μέχρι να φτάσεις σε ένα ψηλό βράχο που έχει τη μορφή κοιμωμένης αρκούδας. Εκεί υπάρχει μια σπηλιά, μέσα της θα βρεις αυτό που ψάχνεις...”
Ο Γκρένιον έβγαλε ένα αναστεναγμό και κοίταξε ψηλά τον ουρανό.
“Και τι είπαμε πως πρέπει να βρω εκεί;” ρώτησε γυρίζοντας το βλέμμα του στον ηλικιωμένο συνταξιδιώτη για να ανακαλύψει κατάπληκτος πως δεν βρισκόταν κανείς δίπλα του.
Άρχισε να περπατά νότια. Τα δέντρα ήταν πια πολύ αραιά και ήδη μπορούσε να διακρίνει τη στέπα μπροστά του. Στα πρώτα βήματα που έκανε μέσα της κατάλαβε ότι κάτι παράξενο υπήρχε εδώ. Ο ήλιος είχε καταφέρει να ξεφύγει από το κυνηγητό των σύννεφων αλλά έλαμπε θαμπός. Δεν ακουγόταν τίποτα, το κελάηδισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων που τον συντρόφευαν ως τώρα, είχαν πάψει. Απόλυτη ησυχία. Πέρασαν πάνω από δύο ώρες μέχρι που είδε τον ψηλό βράχο να υψώνεται στον ορίζοντα. Συνέχισε να περπατά. Τίποτα δεν είχε συμβεί μέχρι στιγμής κι ευχόταν από μέσα του να συνεχίσει αυτό.
Πράγματι ο βράχος έμοιαζε με αρκούδα που κοιμάται.Έψαξε τη περίμετρο του και βρήκε τη σπηλιά. Μπήκε διστακτικά μέσα. Σκοτάδι παντού. Άρχισε να ψηλαφεί το τοίχωμα μήπως έβρισκε κάποιο στοιχείο που θα τον βοηθούσε. Ένας απαίσιος θόρυβος τον έκανε να ανατριχιάσει. Σαν κάτι γλοιώδες να σερνόταν στο πάτωμα της σπηλιάς. Και σερνόταν γρήγορα. Άρχιζε να τον πλησιάζει. Μόνο όταν ήρθε αρκετά κοντά κατάφερε να διακρίνει το περίγραμμα ενός όντος που έμοιαζε να έχει σώμα κροκόδειλου, κοντά πόδια και μακρύ λαιμό που τέλειωνε σε ένα μεγάλο, γυμνό στρόγγυλο κεφάλι. Φαινόταν και οι δύο σειρές από αιχμηρά δόντια σαν αυτά που είχαν οι καρχαρίες των νότιων θαλασσών και που οι πειρατές κρεμούσαν στον λαιμό τους για φυλαχτά. Ο Γκρένιον για πρώτη φορά στη ζωή του ερχόταν αντιμέτωπος με ένα Βλαομούκ.
(...συνεχίζεται...)

16.4.09

Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 1ο)

Το βασίλειο της Αρλάικ βρίσκετε στους πρόποδες του όρους Ντράιουν του οποίου οι -αιώνια- χιονοσκέπαστες κορυφές του αγγίζουν, θαρρείς, τον ουρανό. Λένε πως στους αρχαίους καιρούς στο Ντράινουν κατοικούσαν οι Θεοί. Το είχαν διαλέξει για κατοικία λόγω της μαγευτικής του ομορφιάς αλλά και επειδή από εκεί μπορούσαν να παρατηρούν όλα τα βασίλεια των πλασμάτων που είχαν δημιουργήσει ή είχαν έρθει στην επικράτεια τους. Στη συνέχεια όμως ενοχλήθηκαν από την απληστία των ανθρώπων που ανέβαιναν όλο και και πιο ψηλά στο ιερό βουνό και έτσι το εγκατέλειψαν χωρίς να αφήσουν πίσω τους κανένα ίχνος. Κάποιοι άλλοι, βέβαια, υποστηρίζουν πως οι Θεοί βρίσκονται ακόμη εκεί.
Στη σκιά του επιβλητικού όρους απλώνεται η πεδιάδα Αρλάικ όπου αποτελεί και την έδρα του ομώνυμου βασιλείου. Είναι μια εύφορη πεδιάδα με πολλά ρυάκια και χείμαρρους να τη διασχίζουν κι έτσι δεν άργησε να κατοικηθεί από το γένος των ανθρώπων που τόσο πολύ αγαπούν τη γεωργία. Στις παρυφές του Ντράιουν είναι κτισμένο το κάστρο των αρχόντων αυτού του τόπου. Εκεί βρίσκονται και τα σπίτια των αριστοκρατών και των πλούσιων εμπόρων της χώρας ενώ στο κέντρο συνυπάρχουν πολυτελή καταστήματα μαζί με φτωχά μαγαζιά εργατοτεχνιτών και με πάγκους γεμάτους με κάθε λογής εμπόρευμα. Ψηλά γκρίζα τείχη οριοθετούν το τέλος του κάστρου ενώ κυκλικοί πύργοι – παρατηρητήρια, που βρίσκονται σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, φιλοξενούν τη βασιλική φρουρά.
Έξω από τα τείχη βρίσκονται χτισμένα μικρά αγροτόσπιτα που σχηματίζουν διάφορους οικισμούς ανάμεσα στα πολυάριθμα χωράφια. Σε ένα τέτοιο σπίτι κατοικεί και ο Γκρένιον μαζί με τον πατέρα του. Δεν είναι αγρότης αλλά σιδεράς, μια τέχνη που του έμαθε ο πατέρας του και με την οποία εξασφάλιζε τα απαραίτητα για να ζήσει. Το μικρό σιδεράδικο ήταν σε μια απόμερη γωνία της πλατείας του κάστρου αλλά η καλή του φήμη τού εξασφάλιζε καθημερινά πελάτες και έτσι ζούσε μια ήσυχη, χωρίς προβλήματα και συγκινήσεις, ζωή.
Είχε φτάσει πια το φθινόπωρο και καθώς τα δέντρα αποχωρίζονταν τα κόκκινα φύλλα τους, οι βροχές άρχιζαν να γίνονται πιο πυκνές και η νύχτα να μεγαλώνει εις βάρος της μέρας. Στο σπίτι του Γκρένιον δεν υπήρχε κανένα φως αυτή τη κρύα νύχτα ενώ μόνο ο ήχος της βροχής στη σκεπή έσπαζε τη μονοτονία της σιωπής. Ο νεαρός σιδεράς είχε παραδοθεί στα δεσμά του ύπνου κάτω από τις παλιές αλλά πολύ ζεστές κουβέρτες. Ονειρευόταν. Ακροβατούσε, λέει, σε έναν γκρεμό ενώ από κάτω του έχασκε η άβυσσος. Δεν μπορούσε όμως να φύγει από εκεί, παρόλο που προσπαθούσε, σαν να ήταν δεμένος με αόρατες αλυσίδες. Ξαφνικά αρχίσε να χάνει την ισορροπία του και να πέφτει στο κενό. Περισσότερο αιωρούνταν παρά έπεφτε. Παράξενα μικρά φτερωτά πλάσματα με αποκρουστική ερπετοειδή όψη τον συντρόφευαν. Και ενώ προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει ένα φως αρχίσε να τον τυλίγει, να τον σηκώνει ψηλά και να τον αφήνει στην άκρη του γκρεμού. Το μόνο που κατάφερε να δει ήταν μια λεπτή γυναικεία σιλουέτα ζωγραφισμένη με το φως του φεγγαριού να χάνεται στον ουρανό.
Ξύπνησε ιδρωμένος. Ήταν η τρίτη φορά που έβλεπε αυτό το όνειρο. Έξω δεν είχε ακόμη χαράξει. Πλησίασε το παράθυρο και άρχισε να κοιτάει αφηρημένος τη βροχή. Άραγε να σήμαινε κάτι το όνειρό του; Δεν του άρεσε να ασχολείται με τη μεταφυσική και με δυνάμεις που δεν μπορούσε και δεν ήθελε να καταλάβει. Ένας περίεργος θόρυβος, τότε, τον έβγαλε από τις σκέψεις του και τον έκανε να κοιτάξει πίσω του. Η μορφή ενός γέρου άνδρα ξεπρόβαλε από τη σκιά. Φορούσε φθαρμένα ρούχα ενώ φαινόταν πως με δυσκολία στεκόταν όρθιος, στηριζόμενος στο χοντροκομμένο μπαστούνι του. Τα μάτια του όμως ήταν περίεργα. Ήταν λες κι άνηκαν σε μικρό παιδί. Ήταν μεγάλα, ζωηρά και πράσινα ενώ κάθετα στο δεξί του μάτι υπήρχε μια βαθιά ουλή που όμως δεν το είχε πληγώσει.
Ποιος είσαι εσύ και τι γυρεύεις εδώ;” είπε ο Γκρένιον ταραγμένος.
Μη φοβάσαι δεν ήρθα να σε κλέψω ή να σου κάνω κακό. Είμαι εδώ για να σε προειδοποιήσω.” απάντησε ο γέρος με ήρεμη, βραχνή και ψιθυριστή φωνή.
Να με προειδοποιήσεις; Για ποιο πράγμα; Ποιος είσαι; Τι θες;” συνέχισε τις ερωτήσεις ο Γκρένιον, εκνευρισμένος από την αναπάντεχη εισβολή στον οίκο του.
Ο πατέρα σου κινδυνεύει! Πρέπει να τον βοηθήσεις. Πρέπει να τον βρεις πριν είναι αργά.” απάντησε εκείνος.
Τι είναι αυτά που λες; Ο πατέρας μου βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο.”
Όχι, πια. Είναι φυλακισμένος. Τον πήραν. Πρέπει να τον βρεις πριν είναι αργά... Ανέβα στο άλογο που βρίσκεται έξω από το σπίτι σου. Εκείνο θα σε οδηγήσει σωστά. Γνωρίζει που πρέπει να πας.” είπε ο γέρος και η μορφή του άρχισε να γίνεται ένα με τη σκιά μέχρι που χάθηκε.
Ο Γκρένιον σαστισμένος έστεκε ακίνητος. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε γίνει έτρεξε στο δωμάτιο του πατέρα του. Με τρόμο αντίκρισε το άδειο κρεβάτι ενώ όλα ήταν ανάστατα σαν να είχε γίνει μια σύντομη μάχη. Οργίστηκε με τον εαυτό του που δεν κατάλαβε τίποτα. Έβαλε τα ρούχα του, πήρε έναν βαρύ μάλλινο μανδύα και βγήκε έξω φωνάζοντας τον πατέρα του χωρίς όμως να πέρνει απάντηση. Ένα άλογο τον περίμενε στην άκρη του δρόμου. Δεν ήταν κάπου δεμένο αλλά παρόλα αυτά δεν έφευγε αλλά κοιτούσε, ακίνητο, τον νεαρό σιδερά. Χωρίς καν να το σκεφτεί ο Γκρένιον ανέβηκε και πριν να δώσει κάποια εντολή, το άλογο άρχισε να τρέχει προς το πλατανόδασος που βρισκόταν στην άκρη του μικρού χωριού.
Το φως του ήλιου, δειλά, άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του καθώς ένα φθινοπωρινό πρωινό ξεκινούσε στο ήσυχο βασίλειο της Αρλάικ.
(...συνεχίζεται...)