Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 2ο)

Το φως του ήλιου, δειλά, άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του καθώς ένα φθινοπωρινό πρωινό ξεκινούσε στο ήσυχο βασίλειο της Αρλάικ. Οι κάτοικοι της πολιτείας αυτής ξεκινούσαν για τις δουλειές και τις υποχρεώσεις τους. Ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσουν τη καθημερινότητά και τη ρουτίνα που τους εξασφάλιζε ασφάλεια και ηρεμία. Όλοι εκτός από έναν νεαρό άνδρα που καλπάζοντας με ένα ξένο άλογο διέσχιζε με ταχύτητα το πλατανόδασος στο νότια σύνορα. Το πυκνό φύλλωμα των δέντρων δεν άφηνε όλο το φως να περάσει κι έτσι επικρατούσε ακόμη σκοτάδι. Το γεγονός αυτό όμως δεν επηρέαζε το όμορφο ζώο που έτρεχε σαν να το κυνηγούσαν οι χειρότεροι εφιάλτες του και προσπαθούσε να τους ξεφύγει.
Είχε φτάσει το μεσημέρι και πλησίαζαν στο τέλος του δάσους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Γκρένιον προσπαθούσε να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά στο μυαλό του αλλά χωρίς επιτυχία. Ήταν εξωπραγματικό αυτό που του είχε συμβεί το χθεσινό βράδυ. Αδυνατούσε να το εξηγήσει με τη λογική. Ξαφνικά το άλογο σταμάτησε να τρέχει και άρχισε να καλπάζει αργά μέχρι που σταμάτησε τελείως. Τα δέντρα ήταν τώρα πιο αραιά και το φως του ήλιου έλουζε τα υγρά φυτά κάνοντας τα να λάμπουν.
“Μάλλον πρέπει να κατέβω”, σκέφτηκε, “φαίνεται ότι το άλογο δεν αντέχει να πάει πιο μακριά. Όμως ο γέρος στο σπίτι μου είπε ότι θα με πήγαινε στον πατέρα μου... Ίσως να είναι εδώ κοντά” και με αυτή τη σκέψη κατέβηκε άγαρμπα από το υποζύγιο του. Είχε εντυπωσιαστεί από τη ταχύτητα και την αντοχή του αλόγου αλλά τώρα δεν ήταν ώρα για φιλιππικές αναλύσεις. Παρατήρησε για λίγο τον χώρο. Δεν υπήρχε τίποτα το περίεργο ή οτιδήποτε που θα αποτελούσε χρήσιμο σημάδι στην αναζήτηση του. Διέκρινε μια γνώριμη φιγούρα να τον πλησιάζει. Ήταν ο ίδιος ηλικιωμένος άνθρωπος που τον επισκέφθηκε το βράδυ.
“Δεν θα τον βρεις εδώ” είπε ο γέρος βλέποντας την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του νεαρού άνδρα, “ο πατέρας σου βρίσκεται φυλακισμένος σε μια σπηλιά στο Ντράιουν”.
“Στο Ντράιουν;! Αν είναι εκεί τότε γιατί με έφερες εδώ; Το Ντράιουν είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση.” φώναξε αγανακτισμένος ο Γκρένιον.
“Πρέπει πρώτα να εξοπλιστείς. Πως θα αντιμετωπίσεις τους Φύλακες; Με το αμόνι και το παλιό σφυρί από το σιδεράδικο; Σε μερικά μέτρα αρχίζει η έρημη περιοχή του Βλέομαγκ. Εκεί θα βρεις αυτό που σου είναι απαραίτητο.”
“Το Βλέομαγκ; Φτάσαμε σε μισή μέρα στο καταραμένο Βλέομαγκ; Μα τους θεούς αυτό το άλογο είναι πολύ γρήγορο! Και ποιοι είναι πάλι αυτοί οι Φύλακες;”
“Ξέρεις για τη κατάρα του Βλέομαγκ;” ρώτησε κάπως ξαφνιασμένος ο γέρος τον Γκρένιον.
“Όχι δεν ξέρω τίποτα γι' αυτό το μέρος” απάντησε αμέσως ο σιδεράς, “απλώς έχω ακούσει τους ταξιδιώτες που έρχονται από τα βασίλεια του νότου να το περιγράφουν πάντα ως καταραμένο. Πες μου, ποια κατάρα έχει πέσει σε αυτό το μέρος;”
“Ο τόπος που θα πάμε σε λίγο είναι μια άγρια στέπα. Όλοι οι ταξιδιώτες αποφεύγουν να περνάνε από μέσα του γιατί γνωρίζουν ότι ο θάνατος είναι πιθανός. Όχι μόνο λόγο της έλλειψης τροφής ή των σκληρών καιρικών συνθηκών αλλά και λόγω των Βλαομούκ, των πτωματοφάγων πλασμάτων που κρύβονται επιδέξια μέσα στο έδαφος. Αυτά όμως είναι τα αποτελέσματα της κατάρας και όχι η ίδια η κατάρα. Το Βλέομαγκ αποτέλεσε το πεδίο μιας αρχαίας μάχης. Όλη η περιοχή ήταν πλούσια και είχε σπάνια ομορφιά. Πολλές φυλές θέλησαν να την κάνουν δική τους. Μάχες έγιναν και χύθηκε πολύ αίμα ώσπου οι θεοί, αηδιασμένοι, θεώρησαν πως ήρθε η ώρα να βάλουν ένα τέλος. Πήραν και οι ίδιοι μέρος στη μάχη. Μόνο που δεν ήταν στο πλευρό ούτε της μίας παράταξης ούτε της άλλης. Τα πύρινα σπαθιά τους έκαιγαν και έκοβαν αδιακρίτως μέχρι που κανένα ζωντανό πλάσμα δεν έμεινε όρθιο. Και για να μην επαναληφθεί αυτό έριξαν βαριά κατάρα ώστε ν' αντικρίζει τον θάνατο όποιος περνά από εκεί. Από τότε η ζωή και η ομορφιά εγκατέλειψαν για πάντα από αυτόν τον τόπο.”
“Δηλαδή με στέλνεις στον θάνατο μου γέρο;!” ρώτησε έκπληκτος ο Γκρένιον.
“Όχι, μη φοβάσαι. Έχουν περάσει πολλοί αιώνες από τότε και η κατάρα έχει εξασθενήσει. Άλλωστε οι Θεοί δεν κατοικούν πια εδώ, έτσι δεν λένε στο χωριό σου;” Απάντησε ο συνομιλητής του με ελαφρά ειρωνικό βλέμμα.
“Και τι πρέπει να κάνω εκεί;”
“Θα προχωρήσεις μέχρι να φτάσεις σε ένα ψηλό βράχο που έχει τη μορφή κοιμωμένης αρκούδας. Εκεί υπάρχει μια σπηλιά, μέσα της θα βρεις αυτό που ψάχνεις...”
Ο Γκρένιον έβγαλε ένα αναστεναγμό και κοίταξε ψηλά τον ουρανό.
“Και τι είπαμε πως πρέπει να βρω εκεί;” ρώτησε γυρίζοντας το βλέμμα του στον ηλικιωμένο συνταξιδιώτη για να ανακαλύψει κατάπληκτος πως δεν βρισκόταν κανείς δίπλα του.
Άρχισε να περπατά νότια. Τα δέντρα ήταν πια πολύ αραιά και ήδη μπορούσε να διακρίνει τη στέπα μπροστά του. Στα πρώτα βήματα που έκανε μέσα της κατάλαβε ότι κάτι παράξενο υπήρχε εδώ. Ο ήλιος είχε καταφέρει να ξεφύγει από το κυνηγητό των σύννεφων αλλά έλαμπε θαμπός. Δεν ακουγόταν τίποτα, το κελάηδισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων που τον συντρόφευαν ως τώρα, είχαν πάψει. Απόλυτη ησυχία. Πέρασαν πάνω από δύο ώρες μέχρι που είδε τον ψηλό βράχο να υψώνεται στον ορίζοντα. Συνέχισε να περπατά. Τίποτα δεν είχε συμβεί μέχρι στιγμής κι ευχόταν από μέσα του να συνεχίσει αυτό.
Πράγματι ο βράχος έμοιαζε με αρκούδα που κοιμάται.Έψαξε τη περίμετρο του και βρήκε τη σπηλιά. Μπήκε διστακτικά μέσα. Σκοτάδι παντού. Άρχισε να ψηλαφεί το τοίχωμα μήπως έβρισκε κάποιο στοιχείο που θα τον βοηθούσε. Ένας απαίσιος θόρυβος τον έκανε να ανατριχιάσει. Σαν κάτι γλοιώδες να σερνόταν στο πάτωμα της σπηλιάς. Και σερνόταν γρήγορα. Άρχιζε να τον πλησιάζει. Μόνο όταν ήρθε αρκετά κοντά κατάφερε να διακρίνει το περίγραμμα ενός όντος που έμοιαζε να έχει σώμα κροκόδειλου, κοντά πόδια και μακρύ λαιμό που τέλειωνε σε ένα μεγάλο, γυμνό στρόγγυλο κεφάλι. Φαινόταν και οι δύο σειρές από αιχμηρά δόντια σαν αυτά που είχαν οι καρχαρίες των νότιων θαλασσών και που οι πειρατές κρεμούσαν στον λαιμό τους για φυλαχτά. Ο Γκρένιον για πρώτη φορά στη ζωή του ερχόταν αντιμέτωπος με ένα Βλαομούκ.
(...συνεχίζεται...)