Η Διαμαντένια Πύλη (Μέρος 5ο)

Ο Γκρένιον έστεκε μαρμαρωμένος. Κοιτούσε με φόβο αλλά και δέος τον Μαύρο Δράκο. Η όψη του ήταν τρομακτική. Τα μεγάλα μάτια του τέρατος όμως ήταν διαφορετικά. Θα πίστευε κανείς πως άνηκαν σε κάποιον ευγενικό και σοφό, μέσα από το πέρασμα του χρόνου, άνθρωπο. Δεν είχαν καμιά σχέση με τα σατανικά ερπετοειδή μάτια που υποτίθεται πως είχαν οι δράκοι, όπως του μάθαιναν όταν ήταν μικρός. Τα σκούρα γαλάζια μάτια του έμοιαζαν σαν βαθιές αρχαίες ατάραχες λίμνες, ξεχασμένες σε απρόσιτα οροπέδια.
“Δεν με θυμάσαι λοιπόν...” συνέχισε ο δράκος, “λογικό είναι, ήσουν πολύ μικρός όταν είχαμε ξανασυναντηθεί.”
“Τι σημαίνουν όλα αυτά;” κατάφερε να ξεστομίσει ο νεαρός άνδρας.
“Είναι μια παλιά ιστορία που ήρθε ο καιρός να τη μάθεις.” τού απάντησε ο πατέρας του, “όταν γεννήθηκες ο κόσμος μας ήταν σε αναταραχή. Οι πόλεμοι ήταν ο κανόνας στη περιοχή. Το κομμάτι γης που κατοικούμε είναι πλούσιο και πολλοί ήθελαν να το αποκτήσουν. Παράλληλα, η απληστία των αρχόντων της Αρλάικ δεν είχε όρια και επιθυμούσαν συνεχώς καινούργια εδάφη, χωράφια, ορυχεία, σκλάβους. Ήταν ένας ατέλειωτος εφιάλτης. Οι στρατιώτες ήταν αναλώσιμα εργαλεία και λόγω των απωλειών συνεχώς έπαιρναν όλο και πιο νέους στο στράτευμα. Άρχιζαν να παίρνουν παιδιά για να τα εκπαιδεύσουν στη στρατιωτική ακαδημία ώστε όταν γίνουν έφηβοι να ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν για τη δόξα της Αρλάικ, όπως έλεγαν. Έτοιμοι να πεθάνουν για να πλουτίσουν ακόμη περισσότερο οι άρχοντες, όπως έλεγαν οι περισσότεροι φτωχοί πολίτες. Φοβήθηκα ότι θα σε έπαιρναν Γκρένιον. Ήσουν μόλις πέντε ετών όταν σε πήρα και ανεβήκαμε σε αυτό το βουνό. Η μονάδα που ήταν υπεύθυνη για την αναζήτηση νέων στρατιωτών είχε φτάσει στο χωριό μας και έψαχνε στα σπίτια αδιακρίτως. Δεν μπορούσα να βρω άλλη λύση. Ανακάλυψα αυτή τη σπηλιά και μπήκα μέσα. Εδώ βρήκα τον Έκμνεϊν τον Μαύρο Δράκο των Παλαιών Χρόνων αλλά και τον Λαέκριον το Ξωτικό του Δάσους. Εκείνοι με βοήθησαν να σε κρύψω και ανέλαβαν για λίγο την ανατροφή σου, μέχρι να ημερέψει ο τόπος, μέχρι να ημερέψουν οι άνθρωποι.”
Ένας θόρυβος ακούστηκε τότε από μακριά, σαν το τρίξιμο μιας πόρτας. Ακολούθησε ένας ήχος που έμοιαζε σαν απαλό θρόισμα φύλλων. Μια μορφή εμφανίστηκε και πλησίασε γοργά τους συνομιλητές. Σου έδινε την εντύπωση πως δεν πατούσε στη γη αλλά πως αιωρούνταν. Τόσο ανάλαφρο ήταν το περπάτημα του. Φορούσε ένα πράσινο μανδύα που είχε κεντημένα χρυσά σύμβολα. Ενώ από κάτω, το άσπρο πουκάμισο και το σκούρο πράσινο παντελόνι συμπλήρωναν την εικόνα του κομψού νέου. Τα ξανθά μαλλιά του έπεφταν στους ώμους του ενώ το χλωμό του πρόσωπο με τα μεγάλα πράσινα μάτια εξέπεμπαν μια μεγαλοπρέπεια. Τα χαρακτηριστικά του ήταν τυπικά για ένα ξωτικό του δάσους. Μόνο το σημάδι στο δεξί του μάτι πρόδιδε ότι κάτι διαφορετικό είχε αυτό το ξωτικό σε σχέση με τους φιλειρηνική φυλή του.
“Γεια σου Γκρένιον. Ελπίζω να σου εξήγησαν τι συμβαίνει. Είσαι έτοιμος λοιπόν να περάσεις τι Διαμαντένια Πύλη;” είπε το περήφανο ξωτικό.
“Τι να περάσω;!” απάντησε ο Γκρένιον με μια παιδική απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. “Το σημάδι στο πρόσωπο σου..., εσύ ήσουν που με βοήθησες να έρθω εδώ;”.
“Ναι εγώ ήμουν. Διάλεξα μια μορφή που δεν θα τραβούσε τα βλέμματα των ανθρώπων. Βλέπω όμως πως δεν σου είπαν τίποτα ακόμη για την αποστολή σου.” είπε ο Λαέκριον.
“Περιμέναμε εσένα. Πιστεύω πως είσαι ο πιο κατάλληλος να μιλήσεις για αυτό το θέμα.” τον διέκοψε τότε ο πατέρας του Γκρένιον.
“Εντάξει λοιπόν, θα σου πως έχουν τα πράγματα.” είπε το ξωτικό κι άρχισε να εξιστορεί, ”To βράδυ που σε επισκέφθηκα προσπάθησαν να απαγάγουν τον πατέρα σου και ίσως να έπαιρναν κι εσένα. Δεν πρόλαβα να τους σταματήσω αλλά ευτυχώς κατάφερε να τον ελευθερώσει ο Έκμνεϊν πριν περάσουν τη πύλη.”
“Ποιοι ήταν αυτοί και τι ήθελαν;” ρώτησε ο Γκρένιον.
“Ήταν οι υποτακτικοί του Φαρέκ του δαίμονα των κατώτερων επίπεδων της κόλασης. Προσπαθεί να συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό από ανθρώπους για να ενισχύσει τον στρατό του. Δεν ήταν μόνο ο πατέρα σου το μοναδικό θύμα. Το τελευταίο διάστημα που παρακολουθώ τις κινήσεις του, έχει καταφέρει να υποδουλώσει πολλούς ανθρώπους. Υπάρχει έντονη κινητικότητα. Ίσως ετοιμάζει την επίθεση του αλλά δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Ήρθα εδώ για να βοηθήσω τον δράκο στη φύλαξη της πύλης που συνδέει το βασίλειο της γης με το βασίλειο της απόγνωσης όπου κυριαρχεί ο δαίμονας. Είναι μια κρίσιμη αποστολή που μου ανατέθηκε από τους ίδιους τους Θεούς.”
“Οι Θεοί;! Τώρα θυμήθηκα... Είσαι ο Λαέκριον, το αρχαίο ξωτικό που έγινε δεκτό στο βασίλειο των Θεών...”
“Αποστολή σου Γκρένιον” συνέχισε ο συνομιλητής του χωρίς να δώσει σημασία στη διακοπή, “είναι να περάσεις τη πύλη και να σκοτώσεις τον δαίμονα.”
“Θα αστειεύεσαι;! Δεν έχω ιδέα από αυτά που μου λες. Πάτερα ήρθε η ώρα να πάμε σπίτι....” απάντησε ο νεαρός άνδρας και σηκώθηκε όρθιος.
“Ο δαίμονας δεν επιτέθηκε μόνο στον πατέρα σου αλλά και την μητέρα σου, Γκρένιον.”
“Η μητέρα μου; Μα, είναι νεκρή; Πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρός. Θα έπρεπε να το γνωρίζεις.”
“Το ξέρω. Ο Φαρέκ όμως δεν κάνει διάκριση σε νεκρούς και ζωντανούς. Η μητέρα σου είναι φυλακισμένη στο βρομερό βασίλειο του.” είπε το ξωτικό και κοίταξε τον σιδερά στα μάτια.
Το πρόσωπο του Γκρένιον ήταν χλωμό και μια έκφραση απορίας αλλά και τρόμου συνάμα είχε σχηματιστεί. Κάθισε, έσκυψε πάνω στο τραπέζι κι έβαλε τις παλάμες του στο πρόσωπο. Νεκρική σιγή επικράτησε στη τεράστια υπόγεια σπηλιά.
“Θα το κάνω.” ακούστηκε ξέπνοα η φωνή του.