Ο θρίαμβος

Αυτός Που Τον Σημάδεψε Ο Θάνατος έφτασε επιτέλους στο τέρμα του ταξιδιού του. Τον είχε ακολουθήσει κι ο πιστός του φίλος, Το Λευκό Φως Του Πρωινού. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού τους μαζί αντιμετώπισαν τις συμμορίες των ορκ που κρυβόταν μέσα στα δάση. Τη καχυποψία και την εχθρότητα των χωρικών αλλά και την υπεροψία των ξωτικών. Τους αλλόκοτους μάγους των σκοτεινών βασιλείων και κάθε είδους παράξενο πλάσμα που έμπαινε στον δρόμο τους. Ένας δρόμος που οδηγούσε προς το θάνατο.
Βρισκόταν στην κορυφή του μικρού λόφου πια. Εκεί που βρισκόταν το λημέρι του πιο τρομερού δράκου που ήρθε στο φως του ήλιου. Τα θλιβερά ερείπια του αρχαίου κάστρου προμηνούσαν το κακό που φώλιαζε μέσα τους. Μπήκε μέσα χωρίς δισταγμό κι άρχισε να τον ψάχνει. Δεν θα ήταν δύσκολο να τον βρει. Το μέγεθος του καθώς κι η αποφορά της πύρινης αναπνοής του θα τον πρόδιδαν. Άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά με τον αχώριστο σύντροφο του να τον ακολουθεί. Περπατώντας αρκετή ώρα μέσα σε σκοτεινούς διαδρόμους έφτασε σε μια μεγάλη υπόγεια σπηλιά. Η βρωμερή αναπνοή του δράκου είχε κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Άρχιζε να ζαλίζεται αλλά δεν τον έβαλε κάτω. Συνέχισε ν' αναζητεί τον προαιώνιο εχθρό του. Το Λευκό Φως Του Πρωινού προσπάθησε να τον βοηθήσει μυρίζοντας εδώ κι εκεί μήπως και καταφέρει να βρει κάτι. Το αχνό φως της δάδας που άναψε Αυτός Που Τον Σημάδεψε Ο Θάνατος δημιουργούσε απόκοσμες σκιές που χόρευαν εκστασιασμένες στα τοιχώματα του σπηλαίου. Ξαφνικά ακούει έναν θόρυβο πίσω του. Γυρίζει κι αντικρίζει το κτήνος που κυνηγούσε να είναι έτοιμο να τον καταπιεί. Βγάζει τότε το μαύρο σπαθί του και του επιτίθεται γρήγορα για να προλάβει πρώτος ένα καίριο πλήγμα. Ήξερε ότι είχε μόνο μια ευκαιρία καθώς ένα δηλητηριώδες δάγκωμα του δράκου θα τον έριχνε νεκρό. Το σπαθί του μπήκε με μίσος μέσα στο στήθος του εχθρού φτάνοντας στη παλλόμενη καρδιά του. Ήταν τυχερός, πρόλαβε, σκέφτηκε καθώς το θηρίο έπεφτε με κρότο στο κρύο πάτωμα.
Δεν είχε προσέξει ότι δύο μεγάλα κόκκινα μάτια χαιρέκακα παρατηρούσαν μέσα από το σκοτάδι. Άρχισε να τραβά το νεκρό σώμα για να το βγάλει έξω. Ήθελε να γίνει γνωστός παντού ο θρίαμβος του. Παραξενεύτηκε με το πόσο εύκολα το μετακινούσε. Ανοίγοντας τη πόρτα βγήκε σε μια μικρή αυλή. Στον ουρανό τα τελευταία άστρα έδιναν τη θέση τους στο ζεστό φως του ήλιου. Τότε, καθώς άρχισε να συνέρχεται από τη ζάλη της γητειάς της αναπνοής του τέρατος, συνειδητοποίησε με τρόμο ότι δεν ήταν το πτώμα του δράκου αυτό που έσερνε. Μια κραυγή βγήκε από τα στήθια του καθώς είδε τα μάτια του Λευκού Φωτός Του Πρωινού να κλείνουν για τελευταία φορά, πνιγμένα στο αίμα, μέσα στην αγκαλιά του...