Βαθύ μπλε

Μετά τον πόλεμο των Μαύρων Σπαθιών ο Κ. είχε αρχίσει να παραμελεί την Η. Τα δάκρυα της αποτέλεσαν το πολύτιμο αντίο του. Αυτός κλείστηκε πάλι στο ασπρόμαυρο διαμέρισμα του και παρακολουθούσε τον χρόνο να παίζει έξω από το μικρό παράθυρό του σαν μικρό παιδί και να τον περιγελά. Αυτή επέστρεψε στον οπάλινο πύργο της. Στη κορυφή του πύργου υπήρχε ο Φάρος που αναβόσβηνε με τη σκέψη της η Η. Έτσι όταν ήταν χαρούμενη, ουράνια τόξα ξεχύνονταν κι έβαφαν τα πάντα στο πέρασμα τους. Ακόμη όμως κι όταν ήταν δυστυχισμένη ένα ονειρικό βαθύ μπλε απλωνόταν από τον Φάρο δίνοντας στα πράγματα μια άγρια ομορφιά. Αυτά τα χρώματα μπορούσε να τα δει μόνο ο Κ. και ήταν πολύ χαρούμενος. Τώρα πια όλα ήταν γκρίζα. Η Η. διοχέτευε αλλού το φως της. Η θλίψη τον είχε κυριέψει. Κατά καιρούς η Η. έστρεφε πάλι το φως στον Κ. και το μόνο που του ζητούσε ήταν την καρδιά του. Παρόλο που προσπάθησε να φωτίσει άλλους, κανένας, φαίνεται, δεν μπόρεσε να διακρίνει την ίριδα. Πόσο θα ήθελε ο Κ. να είχε μια καρδιά και να της τη χαρίσει! Του κάκου όμως, την είχε ανταλλάξει εδώ και πολύ καιρό με ένα μαγικό ελιξίριο που γιάτρευε άμεσα τις πληγές του. Χωρίς αυτό δεν θα είχε αντεπεξέλθει στις αιματηρές μάχες που πήρε μέρος. Τώρα ήταν πάλι όλα γκρίζα. Θα περίμενε υπομονετικά μέχρι την επόμενη φορά που η γαλάζια ακτίνα του Φάρου θα τον σημάδευε ή μήπως από δω και πέρα θα ήταν όλα γκρίζα, για πάντα;