4:00 π.μ.

Χαμένος. Έτσι ένοιωθε. Προσπάθησε να σκεφτεί πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν τον κυρίευε αυτό το συναίσθημα. Μάταια. Θα μπορούσε να το φιλοσοφήσει για ώρες, να διαβάσει τους αγαπημένους του σκοτεινούς στίχους που γαλήνευαν για λίγο τη ψυχή του, να βρει μια χαραμάδα φωτός και να διώξει το έρεβος που στοίχειωνε το μυαλό του. Αυτή τη φορά όμως δεν ήθελε ούτε -απλώς- να προσπαθήσει για κάτι τέτοιο.
Ένοιωθε κουρασμένος. Το ασθενικό του σώμα είχε κουλουριαστεί στο πρώτο παγκάκι που βρήκε στην άδεια πλατεία. Από πάνω του το ολόγιομο φεγγάρι του έριχνε φως σε όλα αυτά που προσπαθούσε να κρύψει. Θυμήθηκε πόσο αγαπούσε την πανσέληνο του Αυγούστου. Του φαινόταν εξωπραγματική. Μαγική. Ειδικά όταν την μοιραζόταν μαζί της σε ήσυχες παραλίες. Τώρα απλώς ήταν ένας νεκρός μικρός πλανήτης που είχε καταδικαστεί να παρακολουθεί αιώνια την ασχήμια των ανθρώπων. Προσπάθησε να σηκωθεί όρθιος. Ήθελε να πάει να ξεκουραστεί στο μικρό του υπόγειο. Μόνο εκεί ένιωθε μια περίεργη ασφάλεια. Οι εφιάλτες βέβαια δεν τον άφηναν ήσυχο αλλά εκεί μέσα μπορούσε να αναμετρηθεί για λίγο μαζί τους. Τις περισσότερες φορές έχανε την μάχη και βυθιζόταν σε ένα φρικτό λήθαργο. Όταν ξυπνούσε όμως έβλεπε τα γνώριμα σκονισμένα αντικείμενα γύρω του και συνειδητοποιούσε ότι ήταν ακόμη ζωντανός.
Άρχισε να περπατά τρεκλίζοντας. Δεν είχε πιει αλλά ένοιωθε εξαντλημένος. Οι γάτες ετοιμαζόταν πάλι για το ταξίδι τους στο φεγγάρι, αδιαφορώντας για άλλη μια φορά για τον Κ. που περπατούσε αργά ανάμεσα τους. Έφτασε επιτέλους στο μικρό του υπόγειο του κι έπεσε αμέσως στο ξύλινο κρεβάτι. Δεν ήθελε να σκεφτεί, να προσπαθήσει, να ελπίσει. Ελπίδες για τι πράγμα; Στους εφιάλτες του οι ελπίδες πέθαιναν από τη δίψα. Έκλεισε τα μάτια του και όλα ήρθαν πάλι μπροστά του. Ήταν τόσο κουρασμένος και δεν προσπάθησε να τα αντιμετωπίσει. Απλώς έπεσε στη μαύρη τρύπα του σύμπαντος του και ευχήθηκε στο τέλος της να είναι η λήθη.