Χρόνος

Ο νεαρός μάγος έκλεισε αργά τον μεγάλο τόμο που κρατούσε τις τελευταίες ώρες στα χέρια του. Η εκπαίδευσή του είχε τελειώσει. Ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τον έξω κόσμο. Τόσα χρόνια απομονωμένος σε αυτό το εργαστήριο είχε χάσει σχεδόν κάθε επαφή με την καθημερινότητα. Ο αρχαίος μέντοράς του, τον βοήθησε να δουλέψει πάνω στο ταλέντο του και στις ιδιαίτερες ικανότητες του. Τον τελευταίο καιρό βέβαια είχε εξαφανιστεί από κοντά του. Ούτε εκείνος ο σοφός παντοδύναμος γέροντας δεν μπόρεσε να τα βάλει με τον χρόνο και χάθηκε.
Δεν είχα πια σημασία. Ένιωθε έτοιμος. Σκεφτόταν τις περιπέτειες που απλώνονταν μπροστά του και απερίγραπτος ενθουσιασμός τον κυρίευσε. Τα βασίλεια θα υποκλινόταν στη δύναμη του. Οι βασιλείς θα τον ήθελαν για σύμβουλο τους, οι ιππότες θα ζητούσαν να ήταν δίπλα του στις μάχες. Τέρατα, δράκοι, ορκ και υπόγειε δυνάμεις θα ένιωθαν τη δύναμη των γητειών του.
Ένιωθε το αίμα του να βράζει. Άνοιξε -σχεδόν- με σεβασμό τη βαριά ξύλινη πόρτα του εργαστηρίου. Έβρεχε. Έκανε τα πρώτα βήματα του προς το δρόμο. Ξαφνικά ένα δυνατό φως έπεσε πάνω του και σάστισε. Είναι δυνατόν οι εχθροί να του επιτέθηκαν τόσο σύντομα; Τελευταία στιγμή ψιθύρισε ένα ξόρκι αιώρησης και κατάφερε να αποφύγει το... φορτηγό που περνούσε με ταχύτητα, κάτω από τα πόδια του πια, κορνάροντας. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στον ορίζοντα. Η βροχή δεν του επέτρεπε να δει μακριά αλλά μπορούσε να διακρίνει τα αλλόκοτα φώτα μιας τεράστιας μαγικής πολιτείας, με χιλιάδες ανθρώπους να περπατάνε γρήγορα, ψηλά άχαρα γυάλινα κτίρια να υψώνονται, παράξενα οχήματα να κινούνται με εξωφρενική ταχύτητα και τεράστια ιπτάμενα τέρατα να δημιουργούν ρωγμές στον βαρύ σκοτεινό ουρανό.
Το ξορκι άρχισε να εξασθενεί και ακούμπησε απαλά στο έδαφος. Έκανε μερικά βήματα πίσω, μπήκε στο παλιό εργαστήριό του και έκλεισε με δύναμη τη πόρτα. Είχε ξεχαστεί...