Το ποτάμι του χρόνου


Ο Δ. απορούσε πως τον προσπέρασαν οι καιροί χωρίς ο ίδιος να προλάβει να τους αντιληφθεί. Τώρα που το σούρουπο της δικιάς του άνοιξης πλησίαζε, καθόταν στην όχθη του ποταμού του χρόνου και να παρατηρούσε την αέναη κίνηση από πολύχρωμες ζωές να περνούν από μπροστά του, συμμετέχοντας παράλληλα σε έναν φρενήρη χορό αλληλεπίδρασης που καθόριζε τη πορεία τους. Ανάμεσα σε αυτές και μια γκρίζα -σαν το απόκοσμο γκρίζο των ματιών της- που του φάνηκε οικεία. «Δεν είναι δυνατόν!» σκέφτηκε. Ήταν η δικιά του στιγμή σε αυτόν τον κόσμο που τον χαιρετούσε αδιάφορα. Την κοίταξε με έκπληξη αλλά και με θλίψη καθώς απομακρυνόταν και αυτός καθόταν ακίνητος στην όχθη. Κάτι έπρεπε να κάνει. Σηκώθηκε όρθιος και έκανε μερικά βήματα πίσω. Θα πηδούσε μέσα στο αρχέγονο αυτό ποτάμι. Άρχισε να κινείται προς τα εμπρός, πήρε μια βαθιά ανάσα και… σταμάτησε! Τη τελευταία στιγμή δίστασε. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως την επόμενη φορά θα το επιχειρούσε, σίγουρος, όμως, μέσα του πως θα αναβάλει και πάλι…


(φωτογραφία: π.β.)