Ο Βράχος


Από τη γέννηση αυτού του αρχαίου πελάγους ο Β. προσπαθούσε να αγγίξει τον απόμακρο ουρανό. Σήμερα με μάτια γεμάτα από το φως του πρωινού ήλιου, κοιτούσε την φίλη του που τον αγκάλιαζε. Μια αγκαλιά άλλοτε γαλήνια και όμορφη και άλλοτε βίαιη, γεμάτη ένταση. Ο Β. γνώριζε ότι κάθε άγγιγμα της, του έπαιρνε και ένα κομμάτι από το σώμα του, από την ψυχή του. Δεν τον ένοιαζε γιατί αγαπούσε την απέραντη ομορφιά της και το γαλάζιο της βλέμμα. Εξάλλου είχε πολλά να τις χαρίσει ακόμη μέχρι να χαθεί. Πολλές εποχές είχαν παρελάσει εμπρός του και το βάρος των αιώνων είχε αρχίσει να κουράζει τους ώμους του. Αν και δεν βιαζόταν να το συναντήσει, το τέλος ήταν ευπρόσδεκτο.

Του άρεσε να παρατηρεί τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα τη ματαιοδοξία τους, που τους οδηγούσε στη συντριβή. Δυστυχώς οι περισσότεροι δεν κατανοούσαν τις διδαχές της φύσης, της αρχέγονης μητέρας όλων, που δεν σταματούσε να προσπαθεί να τους δώσει να καταλάβουν πόσο μικροί είναι αλλά και να τους δείξει το τέλος του επικινδύνου μονοπατιού που επέλεξαν, δηλαδή την αυτοκαταστροφή. Επέλεγαν να αγνοήσουν την ασημαντότητα τους για να νιώσουν καλύτερα και έτσι καταναλώνονταν σε δευτερεύοντα πράγματα. Σε πράγματα που ενίσχυαν τη ματαιοδοξία τους. Η φίλη του συμφωνούσε μαζί του και έτσι η συμπεριφορά της απέναντι στους ανθρώπους ήταν μερικές φορές ευγενική και μερικές -ίσως τις περισσότερες- επιθετική. Ήταν κι αυτή (όπως όλες οι γυναίκες) κυκλοθυμική, σκέφτηκε ο Β. και παρακολουθώντας το πέταγμα ενός λευκού γλάρου χάθηκε μέσα στις σκέψεις του...

(φωτογραφία: π. β.)