Αναζήτηση (μέρος α')

Η φωτιά στο λιμάνι είχε σβήσει και έδινε τη θέση της σε έναν σκοτεινό, άναστρο ουρανό. Στο χάνι "Ο Μαύρος Βράχος" οι πυρσοί είχαν ανάψει κάνοντας τις σκιές των θαμώνων να χορεύουν σε απόκοσμους ρυθμούς. Το νεαρό ξωτικό καθόταν μόνο σε μια από τις σκοτεινές γωνίες της μεγάλης αίθουσας. Ήταν παράξενο θέαμα η εικόνα ενός ευγενικού πλάσματος του φωτός σ' αυτό εδώ το άθλιο μέρος. Κανείς όμως δεν τον πλησίασε, μόνο γρήγορες, κοφτές και άγριες ματιές που τρυπούσαν το σκοτάδι σαν βέλος. Τα ξωτικά ήταν γνωστά για τα υψηλά ιδανικά τους -απόρροια της καταγωγής τους- αλλά και για της ικανότητας τους στη μάχη. Κι αυτό εδώ ήταν σε εγρήγορση. Το ένα χέρι του ήταν κολλημένο στο σπαθί του κάτω από τον όμορφο γκρίζο μανδύα του. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Δεν τον φόβιζαν οι πελάτες του βρωμερού πανδοχείου. Το βλέμμα του και η φήμη της φυλής του ήταν αρκετά για να τους κρατήσει μακριά. Ανησυχούσε όμως για την παρέα που περίμενε...


Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα άλλος ένας μεθυσμένος, κακοντυμένος και κουρασμένος εργάτης του λιμανιού. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Κανείς, εκτός από ένα ζευγάρι σπινθηροβόλα γαλάζια μάτια που ήταν σε θέση να διακρίνουν μια απλή γητειά κάλυψης. Στη πραγματικότητα αυτός ο θλιβερός άνθρωπος δεν ήταν άλλος από τον περίφημο μάγο Ντέους. Ήταν αυτός που περίμενε.


Χωρίς να χάσει το χρόνο του κάθισε δίπλα του.

-Άργησες Ντέους.

-Δεν άργησα. Εσύ ήρθες νωρίς, φίλε μου! Και θα προτιμούσα να μην αναφέρεις το όνομα μου. Σε αυτά τα μέρη και οι τοίχοι έχουν αυτιά. Ξωτικίσια, πολλές φορές, αυτιά...

-Εντάξει, εντάξει μάγε... Το έφερες;

-Ποιο;

-Μην αρχίζεις τα ανόητα παιχνίδια. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος για να τον περνώ εδώ. Μαζί σου.

-Πράγματι, βιαστικέ φίλε μου, ο χρό...

-Δεν είμαι φίλος σου!

-Χμ, ο χρόνος, λέω λοιπόν, είναι πράγματι πολύτιμος, για όλους... Αλλά ας τα αφήσουμε αυτή τη συζήτηση για μια άλλη φορά.

-Για μια άλλη φορά; Νομίζεις πως θα ξανασυναντηθούμε;

-Ούτε οι μάγοι ξέρουν το μέλλον τι θα φέρει... Εγώ όμως φέρνω αυτό που μου ζήτησες. Πριν σου το δώσω πρέπει να υποσχεθείς ότι θα πληρωθώ για την εκδούλευση μου.

-Να είσαι σίγουρος, δεν αθετώ τον λόγο μου. Θα σου φέρω αυτό που ζήτησες.

-Χαίρομαι!


Ο Ντέους κατέβασε το σακίδιο από την πλάτη του και έβγαλε από μέσα το αντικείμενο που τόσο ανυπόμονα περίμενε στο σκοτάδι το ξωτικό: Ένα μαύρο, στολισμένο με ασήμι, σπαθί...