H Αντιγόνη είναι στη πλατεία κι αντιστέκεται

ΚΡΕΩΝ: Τότε, λυπήσου με, ζήσε. Το πτώμα τ' αδερφού σου, που σαπίζει κάτω από τα παράθυρά μου, είναι αρκετή πληρωμή για να βασιλέψει η τάξη στη Θήβα. Ο γιος μου σ' αγαπάει. Μη μ' αναγκάσεις να πληρώσω και με σένα. Αρκετά πλήρωσα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: Όχι. Είπατε "ναι". Δε θα πάψετε ποτέ πια να πληρώνετε.

ΚΡΕΩΝ: (Την τραντάζει απότομα, έξω φρενών). Μα για τ' όνομα του Θεού! Προσπάθησε να καταλάβεις μια στιγμή και συ, μικρή ανόητη! Πώς προσπάθησα εγώ να σε καταλάβω; Πρέπει ωστόσο να υπάρχουν και κάποιοι που να λένε "ναι". Πρέπει να υπάρξει κάποιος που να κυβερνήσει το καράβι. Κάνει νερά από παντού, είναι γεμάτο εγκλήματα, ηλιθιότητα, δυστυχία. Και το τιμόνι παραδέρνει εκεί κάτω. Το πλήρωμα δε θέλει να κάνει τίποτα, δεν έχει νου παρά πώς να γδύσει το αμπάρι, κι οι αξιωματικοί σκαρώνουν κιόλας μια βολική σχεδία μονάχα γι' αυτούς, παίρνοντας κι όλο το γλυκό νερό του καραβιού, για να γλιτώσουν τουλάχιστον το δικό τους το τομάρι.

Και το κατάρτι τρίζει, κι ο άνεμος ουρλιάζει, και τα πανιά θα ξεσκιστούν, κι όλα τούτα τα κτήνη θα ψοφήσουν όλα μαζί, επειδή δε σκέφτονται παρά το τομάρι τους, το πολύτιμο τομάρι τους και τις μικροδουλίτσες τους. Νομίζεις λοιπόν, πως τέτοιες ώρες έχεις καιρό να κάνεις τον δύσκολο, να λογαριάσεις αν πρέπει να πεις "ναι" ή "όχι", ν'αναρωτηθείς μην τυχόν και το πληρώσεις πολύ ακριβά κάποια μέρα, κι αν θα μπορείς να είσαι άνθρωπος έπειτα; Αρπάζεις το τιμόνι, ορθώνεσαι μπροστά στο θεόρατο κύμα, και πυροβολείς στο σωρό, τον πρώτο που προχωρεί. Στο σωρό! Δεν έχει ονόματα εκεί! Σαν το κύμα που έρχεται και σπάει στην γέφυρα μπροστά σου. Ο άνεμος σου χαστουκίζει το πρόσωπο, κι "αυτό" που πέφτει δεν έχει όνομα. Μπορεί και να' ταν εκείνος, που σου δώσε χτες το βράδυ, χαμογελώντας, την φωτιά του. Δεν έχει πια όνομα. Κι ούτε κι εσύ, γαντζωμένος στο τιμόνι, έχεις όνομα. Μόνο το καράβι έχει όνομα και η τρικυμία. Το καταλαβαίνεις αυτό;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ: (Κουνάει το κεφάλι). Δε θέλω να καταλάβω. Αυτό χρειάζεται σε σας. Εγώ δε βρίσκομαι εδώ για να καταλάβω. Μόνο για να σας πω "όχι", και να πεθάνω.

[Απόσπασμα από την το θεατρικό έργο "Αντιγόνη" του Ζαν Ανούιγ. Το διάβασα στο μπλογκ Drama Queen].