Σκουριά

Είχε ξαπλώσει πάνω στο παχύ στρώμα από πράσινα χόρτα και κοιτούσε τα σύννεφα καθώς ταξίδευαν. Σκεφτόταν το δικό του τελευταίο ταξίδι στο σκοτεινό δάσος του Ορνικ. Κυνηγούσαν μια ομάδα σκληροτράχηλων νάνων από της σπηλιές του Νούθρακ. Δεν τους έπιασαν αλλά είχαν συναντήσει μια γυναίκα. 

Κάρφωσε το σκουριασμένο σπαθί του στη γη κι έβγαλε & πέταξε τη τρύπια πανοπλία μακριά καθώς δεν τον άφηνε ν' αναπνεύσει. Δεν ανησυχούσε πλέον αν θα του επιτεθούν. Δεν τον ένοιαζε αν του έκλεβαν τον εξοπλισμό του. Του ήταν άχρηστα εδώ και πολλά χρόνια. 

Θυμήθηκε πάλι τη γυναίκα που ζούσε τη καλύβα βαθιά στο δάσος για αιώνες. Ήταν μάγισσα. Όχι ήταν ξωτικό. Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Δεν είχε σημασία. Δεν του είχε απαντήσει στην ερώτηση γιατί είχε αποσυρθεί εκεί, μακριά απ' όλους. Με τη δύναμη που είχε και την σοφία των αιώνων που βάραιναν τους ώμους της θα μπορούσε να ήταν η αρχόντισσα του νότιου βασιλείου. Κατάλαβε ότι δεν την ένοιαζε γιατί τον είχε κοιτάξει σαν να μην καταλάβαινε το νόημα της ερώτησης του. Τι να το κάνει το νότιο βασίλειο; Η αλήθεια βρισκόταν αλλού και όχι στα χρυσάφια και στα αξιώματα. Στη καλύβα της είχε ότι χρειαζόταν. Το τσουκάλι της, τα βότανα της, τα βιβλία της, τα ζώα για να συνομιλεί και να μαθαίνει νέα. 

Την ζήλεψε. Μακάρι να ένιωθε έτσι και ο Κ. που τον ενοχλούσαν τα πάντα. Το σπαθί του, η πανοπλία του, τα χόρτα, ο ήλιος, τα σύννεφα, τα κάστρα, οι ιππότες με αστραφτερές πανοπλίες και τις βρώμικες ψυχές. Ακολουθούσε αποστολές από δω και από κει, μαχόταν, κυνηγούσε, τον κυνηγούσαν, αγόραζε, πωλούσε. Και όλα αυτά για ποιο λόγο; Για κανέναν απολύτως. 

Συνήθεια. Αυτή ήταν η κατάρα του.