Ποιος καίγεται απόψε και μύρισε η πόλη αγάπη;

Είναι μερικές φορές που με πιάνει αυτό το "θέλω να εξαφανιστώ από τον κόσμο, ν' ανέβω σε βουνό πάνω και μόνο να κοιτάω τ' αστέρια το βράδυ και να μην κάνω τίποτα άλλο". Το γελοίο του πράγματος είναι ότι οι αφορμές είναι ασήμαντες. Ίσως αποτελούν τη τελευταία σταγόνα που γεμίζει το ποτήρι της ψυχικής μου κούρασης.

Κουράστηκα. Νιώθω ότι ζω τη ζωή ενός άλλου, τον κοιτάω από τον φεγγίτη που ξαπλώνει το κρεβάτι μου, που οδηγεί το αυτοκίνητο μου, που κάθεται στο γραφείο μου.

Χάθηκα. Γι' αλλού είχα ξεκινήσει, πως έφτασα εδώ που αυτοκτονούν τα όνειρα; Πότε πήρα αυτή τη λάθος στροφή και δεν το κατάλαβα;

Αλλαγή. Θέλω ν' αλλάξω τα πάντα αλλά θέλει θάρρος και υπομονή κι εγώ αρχίζω να ξεμένω και από τα δύο.

Η ζωή όμως είναι απρόβλεπτη. Σε αυτή στηρίζω τις τελευταίες μου ελπίδες.

*Ο τίτλος του ποστ είναι στίχος του Γ. Αγγελάκα.