Δωμάτιο 404


Οι αναμνήσεις είναι σαν τις σφαίρες. Αυτό διάβασε ο Κ. στον τοίχο του ιδρύματος. Ήταν γραμμένο με κόκκινη μπογιά ή κάτι άλλο. Προσπάθησε να σκεφτεί τι μπορεί να σημαίνει αυτό καθώς άνοιγε τη πόρτα του δωματίου 404. Ο ηλικιωμένος τρόφιμος καθόταν αμίλητος στη πολυθρόνα που κοιτούσε το παράθυρο από το οποίο ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες μπλαζέ ματιές του, πριν βυθιστεί στην άβυσσο. Ο Κ. τον πλησίασε. Ο γέρος είχε ακατάστατα μακριά λευκά μαλλιά και γένια. Φορούσε τις γκρίζες φθαρμένες πυτζάμες και τις καφέ ξεθωριασμένες παντόφλες του.

Τον σκούντηξε για να τον ξυπνήσει. Είχε τα μάτια κλειστά αλλά δεν κοιμόταν. Ούτε ανέπνεε. Ήταν παγωμένος και χλωμός. Στα χέρια του κρατούσε σφιχτά μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ήταν ο ίδιος, πιο νέος, μια όμορφη γυναίκα δίπλα του και ένα μικρό κοριτσάκι με μεγάλα μάτια και δύο μακριές κοτσίδες. Η οικογένεια του, σκέφτηκε ο Κ., δεν τον είχε επισκεφθεί ποτέ από τη στιγμή που ήρθε εδώ. Μόνο μια γειτόνισσα ερχόταν και του έφερνε φαγητό σε αραιά χρονικά διαστήματα. Μια φορά του είχε εκμυστηρευτεί πως είναι λογικό να μην έρχεται η οικογένεια του με όλα αυτά που πέρασε. Οι άγριες φωνές του πατέρα και τα πνιχτά κλάματα της μητέρας διαπερνούσαν τους λεπτούς τοίχους του διαμερίσματος ενώ το μικρό κορίτσι ήταν πάντα αμίλητο & ανέκφραστο. Τα δύο μεγάλα θλιμμένα μάτια της όμως "εξιστορούσαν" τα πάντα.

Ο Κ. ξανακοίταξε το σύνθημα στον τοίχο. "Οι αναμνήσεις είναι σαν τις σφαίρες"... και σκοτώνουν πρόσθεσε. Λυπήθηκε που ο γέρος δεν είχε την ευκαιρία να δείξει στην οικογένεια του ότι τους αγαπούσε και να παραδεχτεί τα λάθη που τον βάρυναν σαν χοντρές αλυσίδες και δεν τον άφηναν να βγει έξω από το μικρό δωμάτιο. Όλα αυτά τα χρόνια κοιτούσε τη παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία και μονολογούσε ακατάληπτα, με μάτια βαριά και πένθιμα. Δεν μπορούσε όμως να μην δει με σαρκασμό και τη σκληρή τιμωρία που επιφύλασσε στον γέρο του 404 ο υπέρτατος κριτής όλων, ο χρόνος.

Θάνατος. Μόνος και ξεχασμένος.