Ο κήπος

"Μου λείπεις" έγραψε ο Κ. με το μαύρο σπρέι στο τοίχο που είχε απομείνει όρθιος από τη παλιά αποθήκη. Δεν υπήρχε ούτε σκεπή. Μόνο ο μαύρος παγωμένος ουρανός. Δεν υπήρχαν παράθυρα, πόρτες. Μόνο σκόνη και σκουπίδια. Κανείς δεν περνούσε από εδώ. Κανείς δεν θα το διάβαζε. Δεν είχε νόημα.
Σκέφτηκε πόσο κενές ένιωθε τις μέρες που περνούσαν χωρίς να τη δει. Πόσο αδύναμος ένιωθε. Εύθραυστος. Έκατσε στα χαλάσματα κι έβαλε το πρόσωπο του ανάμεσα στα γόνατα του. Έκλεισε τα μάτια του.
Αμέσως είδε το χαμόγελο της. Τα μάτια της. Τα μαλλιά της που σαν καλοκαιρινή νύχτα τύλιγαν το φωτεινό της πρόσωπο. Μύρισε το άρωμα του δέρματος της.
Σήκωσε το πρόσωπο του ψηλά. Έκπληκτος είδε πως όλα είχαν αλλάξει. Καθόταν στο κέντρο ενός πλακόστρωτου. Δίπλα του ένα συντριβάνι πότιζε με νερό τον ουρανό ενώ το φως έπαιζε με τις σταγόνες που χόρευαν τριγύρω. Ανθισμένες τριανταφυλλιές με αιμάτινα ρόδα όριζαν το τέλος του πλακόστρωτου και την αρχή ενός ιμπρεσιονιστικού πίνακα αποτελούμενο από όλα τα λουλούδια που ο Κ. είχε αντικρίσει στη ζωή του. Ένιωθε τη θέρμη του ήλιου στο πρόσωπο του.
Χαμογέλασε. Αύριο θα τη συναντούσε.