Έρημος σταθμός

Μόλις πέθανα, βγήκα απ΄το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλε- γε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολουθού- σαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χε- ρια των τυφλών, που εντούτοις ανάβαν την λάμπα, ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις, όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ΄ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο Θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί, φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχα- νε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μα- κριά κι απ΄ τους νεκρούς κι ο αμαξάς των παιδικών καιρών έξω απ΄ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμα- ρωμένα άλογα.