Η ιστορία της κόρης των ξωτικών

Ήταν ένα κρύο ανοιξιάτικο βράδυ και στο πυκνό δάσος του Ντάλιμορ δεν ακουγόταν τίποτα άλλο παρά το απαλό θρόισμα των φύλλων. Όλα τα πλάσματα του φωτός είχαν πέσει στη γλυκιά αγκαλιά των ονείρων ενώ οι οδοιπόροι της νύχτας άρχισαν να κάνουν, δειλά, τα πρώτα βήματά τους. Ένα αχνό φως προκαλούσε ρωγμές στο απέραντο σκοτάδι. Σε ένα ξέφωτο μια μικρή φωτιά πάλευε να πλησιάσει τον μαύρο ουρανό ενώ γύρω της μια αλλόκοτη συντροφιά προσπαθούσε να τινάξει από πάνω της τη κούραση της μέρας.
Κοιτούσαν όλοι με έντονο ενδιαφέρον τη λεπτή αέρινη σιλουέτα που καθόταν στη κορυφή αυτής της σύναξης. Αν και άνηκε στη φυλή των ανθρώπων, τα όμορφα χαρακτηριστικά της πρόδιδαν πως και αίμα των ξωτικών του Βορρά έτρεχε στο αίμα της (εκτός από ανθρώπινο). Μια κληρονομιά που της άφησε η μητέρα της. Ας πλησιάσουμε όμως να ακούσουμε την ιστορία που διηγείται και έχει μαγέψει ακόμη και τους σκληροτράχηλους Νάνους των Ορυχείων του Μπέλασγουιγκ:
"Πάνω σ' ένα μαύρο κάβο είν' το σπίτι του μοναχός συντροφεμένος απ' τη λύπη του Ήταν νέος, ήταν γέρος δε θυμάμαι πια μα θυμάμαι πως μιλούσε μόνο στα πουλιά Και κανένας δεν τον είχε κάνει φίλο του πάντα μοναχός γυρνούσε με το σκύλο του Κι όπως μάζευα κοχύλια κι άσπρα βότσαλα ήρθαν κι έκατσαν κοντά μου δυο γλαρόπουλα Μου 'παν να τον πλησιάσω που 'μαι μοναχή
να του φτιάξω μιαν αγάπη να μιλάει γι' αυτή"
"Και τι έκανες τότε Μ.;" τη διέκοψε ο πάντα ανυπόμονος Κέρκακ που το μικρό σώμα του ήταν αντιστρόφως ανάλογο της μεγάλης του περιέργειας. Κάτι που είναι κοινό χαρακτηριστικό των χόμπιτ της περιοχής. Η Μ. τον κοίταξε με το βλέμμα της γεμάτο κατανόηση, τόσο που το νεαρό χόμπιτ κοκκίνισε και έσκυψε κάτω. Τότε εκείνη συνέχισε:
"Μα η δικιά μου η αγάπη είναι η θάλασσα για μοναδική μου φίλη την εκράτησα Να μου τραγουδήσει πάλι την παρακαλώ μήπως την ακούσει κι έρθει μέχρι το γιαλό. Η μανούλα μου η γοργόνα η Μαγδαληνή να της πω να του χαρίσει πάλι τη φωνή Να μου πει τα μυστικά του και τα λάθη του που τον κρύψαν απ' τους φίλους κι απ' τα πάθη του Κι ύστερα να πλύνω τ' άστρα να του φέξουνε
νά 'ρθει πριν φανούν οι γλάροι κ' με κλέψουνε."
Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε ψηλά ενώ παράλληλα έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να μυρίσει την θαλασσινή αύρα των μακρινών κυμάτων. Τα μάτια της έλαμπαν. Θα πίστευε κανείς πως δάκρυα ήταν έτοιμα να αποδράσουν από τις μεγάλες λίμνες των ματιών της
"Πάνω σ' ένα μαύρο κάβο όλη μου η ζωή να μετράω τους πειρατές της κάθε χαραυγή Και η μάνα μου δε βγαίνει κι ούτε φαίνεται το τραγούδι μου στο κύμα μέσα πνίγεται Την αγάπη να διαλέξω ή τη θάλασσα απ' τις δύο ποια με πονάει δε λογάριασα Κι έτσι ανάμεσα στις δύο τώρα αφήνομαι
μα καμιά δεν είναι δικιά μου και μαραίνομαι"
"Ωραία η ιστορία σου Μ." τη διέκοψε αυτή τη φορά ο νεαρός εκπαιδευόμενος μάγος, "αλλά τώρα προέχει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για να σώσουμε τις ζωές μας και όχι να ασχολούμαστε με όνειρα! Οι κυνηγοί είναι πολύ κοντά...". Το βλοσυρό βλέμμα του γέρου δασκάλου του, όμως, τον έκανε να σταματήσει.
"Πάνω σ' ένα μαύρο κάβο όλη μου η ζωή
να μετράω τα όνειρα της κάθε χαραυγή"
Αποκρίθηκε η Μ., με βλέμμα υγρό, και έτσι τέλειωσε η ιστορία της.
Οι στίχοι με μπλε γραμματοσειρά είναι από το τραγούδι "Ο άνθρωπος του Κάβου" που έγραψε και ερμηνεύει η Χαρούλα Αλεξίου. Περιλαμβάνεται στο δίσκο της "Οδός Νεφέλης 88". Αυτό το ποστ είναι η συμμετοχή μου στο μπλογκ-ο-παίχνιδο που με προσκάλεσε ο Nikiplos.