Κτίζοντας

Άρχισαν να κτίζουν όλο και ψηλότερα κτίρια. Μεγάλωνε ασταμάτητα το τείχος της φυλακής που δημιουργούσαν. Τέτοιο ήταν το μίσος που έτρεφαν. Είχαν πιστέψει ότι θα μπορούσαν να τον κλείσουν μέσα και έτσι να απαλλαχθούν από το αδιάκριτο ενοχλητικό κίτρινο φως του. Στο σκοτάδι ένιωθαν καλύτερα. Το σκοτάδι ευνοούσε τις δουλειές τους και τους αγαπημένους τους αριθμούς. Οι ανόητοι! Δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι αυτοί βρισκόταν στην εσωτερική πλευρά της φυλακής ενώ ο «εχθρός» τους παρατηρούσε με απορία και θλίψη από το μπαλκόνι της ελευθερίας του. Τελικά κι αυτός, όμως, ο αιώνιος συνταξιδιώτης του χρόνου, κουράστηκε από τα καμώματα τους. Έψαξε ένα μέρος μακριά από τις φρικτές κατασκευές τους. Ένα μέρος που απερίσπαστος θα μπορούσε να ονειροπολήσει και πάλι. Και το βρήκε για άλλη μια φορά πίσω από τα αγαπημένα του σύννεφα.
(φωτογραφία: π.β.)