Η Ρουτίνα και ο Θάνατος της

Άνοιξε τη πόρτα και μπήκε στο σπίτι του. Οι κινήσεις του ήταν μηχανικές. Δεν χρειαζόταν πια να σκεφτεί για να ενεργήσει. Είχε επαναλάβει τη διαδικασία χιλιάδες φορές και του είχε πια δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ακόμη και με κλειστά τα μάτια του δεν θα είχε πρόβλημα να οδηγήσει από τη δουλειά στο σπίτι, να ανέβει στο διαμέρισμα του, να γευματίσει, να κάνει μπάνιο, να κοιμηθεί... Μπαίνοντας όμως στο δωμάτιο του υπήρχε κάτι το διαφορετικό. Δεν μπορούσε να το προσδιορίσει αλλά το ένιωθε. Την επόμενη στιγμή το κύμα αδιαφορίας και παραίτησης -που τον συντρόφευε από μικρό παιδί θαρρείς- τον έπνιξε και πάλι. Συνέχισε την καθημερινή ιεροτελεστία του. Δεν είχαν περάσει, όμως, πολλά λεπτά κι άρχισε να νιώθει ένα περίεργο πόνο αριστερά στο στήθος του. Έβγαλε το πουκάμισό του που κολλούσε πάνω του από τον ιδρώτα που τον έλουζε και ερέθιζε το δέρμα του. Ήταν μια άρρωστα ζεστή και υγρή αποπνικτική ημέρα η σημερινή. Πρόσεξε ότι το στήθος του είχε κοκκινίσει έντονα, σχεδόν έλαμπε.

Ο πόνος δυνάμωνε. Άρχισε να γίνεται ανυπόφορος. Άκουγε την καρδιά του να χτυπά σε ρυθμούς αφρικάνικου τυμπάνου λίγο πριν τη μάχη. Όμως όπως ξαφνικά ήρθε ο πόνος, έτσι αναπάντεχα εξαφανίστηκε. Τότε μόνο πρόσεξε ότι είχε γονατίσει και ότι από το σώμα του συνέχιζε να βγάνει μια λάμψη. Όταν αυτή έσβησε, μικρές πύρινες στήλες ξεπήδησαν από την καρδιά του. Παρακολουθούσε έντρομος και ανίκανος να αντιδράσει. Ακολούθησε ένα πολύ περίεργο θέαμα. Μακρόστενα διάφανα ρευστά φύλλα, περικυκλωμένα από ένα αχνό λευκό φως, άρχισαν να αναβλύζουν από μέσα του αντικαθιστώντας τις μικρές φωτιές. Το περίεργο αυτό εξωγήινο στην όψη φυτό, αρχικά τυλίχθηκε γύρω από το σώμα του και μετά ξεκίνησε την επέκταση του σε όλο το δωμάτιο, δημιουργώντας μια αλλόκοσμη ατμόσφαιρα.

Περιέργως ένοιωθε όμορφα. Θέλησε να παρατηρήσει αυτά που συνέβεναν γύρω του και να τα αποθηκεύσει για πάντα στη μνήμη του. Τότε είδε το πρόσωπο της να σχηματίζεται στους τοίχους. Του χαμογελούσε. Έκλεισε, ασυνείδητα, τα μάτια του για να απολαύσει τη στιγμή. Τα άνοιξε απότομα. Η εικόνα της δεν ήταν πια εκεί, οι τοίχοι δεν ήταν πια εκεί! Βρισκόταν στη μέση ενός καταπράσινου λιβαδιού γεμάτο ευωδιές και αναζωογονητικούς ήχους. Την είδε που τον πλησίαζε αργά. Ήταν ακόμη μακριά αλλά μπορούσε να διακρίνει το χαμόγελό της. Πάντα χαμογελούσε. Η καρδιά του δε άντεχε, ήταν έτοιμη να εκραγεί και να σκορπίσει κύματα φωτός και λουλουδιών ώσπου… ήρθε, έγειρε πάνω του απαλά και χάθηκαν και οι δύο στους στροβιλισμούς που δημιουργούνταν από τη γέννηση του νέου άστρου.

(φωτογραφία: π.β.)