10.3.08

Πάμε για καφέ;

Ωραία μέρα σήμερα. Δουλειά δεν έχουμε, η Πανάθα νίκησε, ηλεκτρικό ρεύμα έχουμε, ο ήλιος λάμπει... Ό,τι πρέπει για τραπεζάκια έξω και παραδοσιακό ελληνικό φραπέ! Λοιπόν, ποιος θα έρθει για καφέ στο "Αιγαίο" (καφετέρια της περιοχής με το κύμα κυριολεκτικά να σκάει στα πόδια σου...); Αλλά να πάμε τώρα, πρωί. Μην αργήσετε!
Αυτό το κείμενο ξεκίνησε ως ποστ για τον ΠΑΟ αλλά με κάλυψε ο φίλος Eximnos/Baladofatsas και η ανάλυση του, την οποία μπορείτε να διαβάσετε στο blog του.

9.3.08

Μάσκα

Ξυπνάω με φωνές γιατί άρχισες χωρίς εμένα καρναβάλι τι στολή να βάλω τι να φορέσαν άραγε όλοι οι άλλοι λες να 'χουν χρώματα πολλά και φινετσάτα και τεράστια καπέλα θέλω να ‘μαι μοναδικός και αντί για μάσκα να φορέσω εσένα τρέλα. Γιορτή γιατί Γιατί γιορτή να γίνουν άτρωτοι οι τρωτοί Τρελές χαρές, βουβές φωνές βγάλε τη μάσκα σου και δες. Μοιάζεις κακός πωπω μια μάσκα που τη βρήκες πες και εμένα όσα φοράω κλεμμένα είναι και σκισμένα πες μια κουβέντα να σ' ακούσω τρόμαξέ με μέσα στα μάτια να με σκιάξεις κοίταξέ με. Μα δε μπορείς κακό να γίνεις αλήθεια δε μπορείς Για κοίτα εκείνον με τ' αγγέλου τα φτερά που όλο γελάει κρύβει τα μάτια του και μοιάζει μια χαρά ενώ πονάει και αν του φωνάξεις να γυρίσει να κοιτάξει δε θα γουστάρει το παράδεισο, θ' αλλάξει. Ένα καπέλο θα φορέσει γεμάτο με φτερά και θ' αρχίσει να χορεύει με τους άλλους στην πυρά κι αυτός που καίνε πόσο μου μοιάζει και μονάχα που το σκέφτομαι αλήθεια με τρομάζει. Βρες μου μια μάσκα να φορέσω ότι να 'ναι να σωθώ και μια στολή να μοιάζω σαύρα να συρθώ ή καμιά φούστα καμιά τσάντα καμιά κάλτσα να μοιάζω πόρνη που ξεχύθηκε στην πιάτσα. Κάνε ότι να 'ναι να ξεφύγω απ' τη φωτιά άσε με λάσκα έκανα λάθος που δε φόρεσα μια μάσκα. Στο καρναβάλι ρε που πας χωρίς μάσκα και στολή ρε να φοράς. Κι αφού το διάλεξες, να πας θα 'σαι μόνος μες στους μόνους θα πονάς. Γι' αυτό λοιπόν φοράω την πρώτη μάσκα εκείνη που θα βρω το πήρα απόφαση πως πρέπει να χωθώ μες στον χορό κι αν τους φοβίσω και εγώ με τη σειρά μου τότε θα 'ναι ταιριαστή επάνω μου η φορεσιά μου. Κι αν τους κάνω να γελάσουν και ξεσκάσουν μπορεί τη φάτσα μου για πάντα να ξεχάσουν και να θυμούνται αυτή τη μάσκα τη γελοία που φοράω και θα μπορέσω με τους άλλους άνετα να περπατάω. Δε θα φοβάμαι και δε θα ντρέπομαι για μένα θα 'ναι τριγύρω μου τα πάντα ευτυχισμένα δε θα ζηλεύω αυτά που φόραγαν οι άλλοι θα συνηθίσω εδώ κοντά σου καρναβάλι. Τέλος καλό όλα καλά η μάσκα ταίριαξε καλά. (Στίχοι - Μουσική: B.D. Foxmoor, Ερμηνεία: Active Member)

8.3.08

Καρναβάλι

Δεν μου αρέσουν καθόλου οι απόκριες. Δεν ξέρω, ίσως να είμαι ξενέρωτος. Ίσως να είναι κάποιο παιδικό τραύμα που δεν θυμάμαι. Το θέμα όμως είναι ότι δεν μου αρέσει καθόλου το καρναβάλι. Δεν μπορώ να καταλάβω τι βρίσκουν στην αποθέωση του κιτς, στα κρύα αστεία και στην εκνευριστική μουσική που είναι η ίδια κάθε χρόνο. Πιθανόν να είμαι υπερβολικός αλλά πραγματικά μου φαίνεται ανούσιο και κακόγουστο το όλο πράγμα. Ευτυχώς έρχεται η Καθαρά Δευτέρα που σημαίνει ότι θα τελειώσουν όλα αυτά.

Helexpro & εργαζόμενες

Πότε είπαμε είναι η μέρα της γυναίκας; Διάβασα το παρακάτω κείμενο κι έμεινα έκπληκτος με τον κυνισμό ορισμένων μεγαλοσχήμων manager & επενδυτών (και όποιο άλλο σικ & καθωσπρέπει όνομα επαγγέλματος θέλετε που περιγράφει αυτή τη γλοιώδη συνομοταξία ανθρωποειδών):
Το παραπάνω δελτίο παραγγελίας θα μπορούσε να μείνει και ασχολίαστο. Η εικόνα του αύριο (motto της εταιρείας) είναι ήδη εδώ. Θερμά συγχαρητήρια στην Helexpro για το ευρηματικό της concept και για τον ιδιαίτερα προωθημένο τρόπο με τον οποίο εισάγει τις νέες γυναίκες στην αγορά εργασίας. Σαν εμπορεύματα Α και Β διαλογής, κοστολογούμενα αναλόγως. Εμπορεύματα που προμηθεύεται (νοικιάζει) από άλλη εταιρεία promotions και στη συνέχεια τα διαθέτει στους εκθέτες, με το αζημίωτο βέβαια. Μάλιστα η συγκεκριμένη παροχή των promogirls (υπάρχουν μαρτυρίες εκθετών) μοιραζόταν σαν διαφημιστικό υλικό κατά τη διάρκεια της έκθεσης Infacoma (21-24 Φεβρουαρίου 2008 στη Θεσσαλονίκη). Η Helexpro προέκυψε από την Helexpo, που όπως η ίδια στην ιστοσελίδα της δηλώνει «Είναι ο εθνικός εκθεσιακός φορέας της Ελλάδας. Είναι ο μεγαλύτερος οργανωτής εκθέσεων, συνεδρίων και πολιτιστικών εκδηλώσεων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και έχει ως έδρα τη Θεσσαλονίκη». Εξαιρετικά λοιπόν. Ενας κρατικός φορέας, διεθνούς βεληνεκούς και με μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων μεταξύ των οποίων και πολιτιστικές (τρομάρα του) δεν ντρέπεται να εκδίδει φυλλάδια σαν το παραπάνω, να τα διανέμει στους εκθέτες και να τους παροτρύνει να προμηθευτούν “promogirls” «Απλά εμφανίσιμα» για τους πιο παρακατιανούς, «ιδιαίτερα εμφανίσιμα» και πιο ακριβά για όσους διαθέτουν υψηλό status. Τόσο κυνικά. Το γεγονός ότι αυτά τα promogirls δεν παύουν να είναι νέες εργαζόμενες γυναίκες, που δουλεύουν δίπλα δίπλα, στην ίδια δουλειά, τις ίδιες ώρες, έχουν τις ίδιες ανάγκες και υφίστανται την ίδια κούραση ψυχική και σωματική, αλλά αμείβονται διαφορετικά με κριτήρια καλλιστείων δεν απασχόλησε κανέναν. Κακώς, γιατί όφειλαν τα υψηλόβαθμα και διορισμένα από την πολιτεία στελέχη να ξέρουν ότι η «ίση αμοιβή για ίση εργασία» αποτελεί βασική αρχή του εργατικού δικαίου. [...]
Πέμπτη 28/02/2008

Υπογραφές
: Δίκτυο Γυναικών Πάτρας, Ομάδα Γυναικών Θεσσαλονίκης, Παγκόσμια Πορεία Γυναικών, Προπτυχιακά προγράμματα σπουδών για θέματα φύλου και ισότητας ΤΕΙ Πάτρας, ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, Τμήμα Γυναικών ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, Φεμινιστικό Κέντρο Αθήνας

Βόλτα στο βασίλειο των πλασμάτων του δάσους

Της άρεσε να χάνετε μέσα στο δάσος. Προσπαθούσε κάθε μέρα να το σκάει από το μουντό & γκρίζο κάστρο του πατέρα της, με τις τεράστιες πολυτελέστατες αίθουσες αλλά και με τη τεράστια μοναξιά να την ακολουθεί σαν πιστός φίλος. Μόνο εδώ έξω ένιωθε όμορφα. Εδώ δεν είχε αξιολύπητους κανόνες να κρέμονται σαν βαριές αλυσίδες καταδίκου από τα χέρια της. Δεν είχε τους πομπώδεις πέτρινους τοίχους να την παγιδεύουν. Εδώ μπορούσε να αναπνεύσει βαθιά. Κάθισε να ξεκουραστεί. Πρέπει να είχε περπατήσει αρκετή ώρα αυτό το ζεστό ανοιξιάτικο πρωινό. Σύντομα στρατιώτες του πατέρα της θα ερχόταν να τη βάλουν πίσω στο χρυσό κελί της. Προσπάθησε να απολαύσει τις τελευταίες στιγμές στο δάσος.
Ένα θόρυβος την έκανε να ξαφνιαστεί και να γυρίσει το βλέμμα της. Μια φιγούρα ενός άνδρα στεκόταν στο βάθος και οι παιχνιδιάρικες ακτίνες του ήλιου, που κατάφερναν να ξεφύγουν από το πυκνό φύλλωμα των δέντρων, δεν την βοηθούσαν να τον δει καλύτερα. Ωστόσο δεν φοβήθηκε. Άρχισε να την πλησιάζει. Ήρθε δίπλα της. Το χαμόγελό της, που ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της από τη στιγμή που πάτησε το πόδι της σε αυτό το μαγικό πράσινο βασίλειο, τώρα είχε παγώσει. Απέναντι της ήταν ένα τρομερός drow, ένα σκοτεινό ξωτικό. Είχε ακούσει τόσες αφηγήσεις γι' αυτά τα φρικτά πλάσματα. Ιστορίες και φήμες ταξίδευαν σε κάθε γωνιά της πόλης της αλλά και των γειτονικών βασιλείων του Βορρά για την ανύπαρκτη ηθική τους, τις βάναυσες συμπεριφορές τους, τα δολοφονικά ένστικτα τους αλλά και την ανυπέρβλητη επιδεξιότητά τους στη μάχη. Πρώτη φορά όμως έβλεπε ένας εκπρόσωπο της υποχθόνιας φυλής τους. Τότε κάτι παράξενο συνέβη. Της χαμογέλασε. Ασυνείδητα χαμογέλασε κι αυτή. Πρόσεξε ότι αιμορραγούσε στον δεξί του ώμο. Και το δικό του αίμα, όπως και το δικό της, ήταν κόκκινο. Τελικά ίσως να μην ήταν τόσο διαφορετικοί. Όμως, όπως ξαφνικά εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά κι έφυγε, αθόρυβα, σαν αερικό από μπροστά της. Ήξερε ότι δεν θα τον ξανάβλεπε. Ένιωθε όμως χαρούμενη. Σαν ένας νέος κόσμος να εμφανίστηκε μπροστά της. Ίσως το σκοτάδι να μην ήταν τόσο φρικτό όσο την είχαν κάνει να πιστέψει. Άλλωστε καθημερινά έβλεπε πολλά "τέρατα" να κυκλοφορούν ανενόχλητα στο φως του ήλιου ακόμη και μέσα στα ανάκτορα του βασιλιά.
Ο ήχος από τα βαριά βήματα των στρατιωτών τής υπενθύμισαν ότι ήρθε η ώρα για να επιστρέψει στον -επιβλητικό από έξω αλλά τόσο κενό από μέσα- πύργο της. Τουλάχιστον θα ήταν εκεί κι αδερφή της. Το μόνο πρόσωπο στο οποίο θα μπορούσε να αναφέρει την αναπάντεχη συνάντηση που είχε.

2.3.08

Τι κρύβει η σελίδα 123;

Η καλή μου φίλη Μαργαρίτα με προσκάλεσε να γράψω τους τρεις παραγράφους που ακολουθούν μετά τη πέμπτη σειρά από τη σελίδα 123 του βιβλίου που διαβάζω. Αυτή την περίοδο διαβάζω το "Ένα γιάνκης του Κονέκτικατ στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου" του Μαρκ Τουέιν:
Είδα όμως ότι οι λεβέντες στάθηκαν κάπου διακόσια με τριακόσια μέτρα μακριά μου, κι αυτό με ανησύχησε. Η ικανοποίηση μου έγινε καπνός και φόβος με κυρίεψε, ήμουν χαμένος. Η Σάντυ πάντως έλειπε ολόκληρη και ήταν έτοιμη να ξαναβρεί το φλύαρο εαυτό της μα τη σταμάτησα λέγοντας της ότι για κάποιο λόγο που δεν γνώριζα τα μάγια δεν είχαν πιάσει, γι' αυτό έπρεπε να καβαλήσει αμέσως το άλογο της και να φύγουμε όσο πιο πιο γρήγορα μπορούσαμε για να σώσουμε τη ζωή μας. Εκείνη όμως δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Επέμενε ότι τα μάγια μου είχαν εξουδετερώσει τους ιππότες. Δεν προχωρούσαν γιατί δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Σε λίγο θα έπεφταν από τις σέλες τους και τότε θα τους παίρναμε τα άλογα και τον εξοπλισμό τους. Πως να προδώσω την, τόσο απλοϊκή, εμπιστοσύνη που μου είχε; Της εξήγησα λοιπόν ότι είχε γίνει κάποιο λάθος. Πως όταν τα πυροτεχνήματα μου σκότωναν, τούτο γινόταν στη στιγμή. Όχι, οι άντρες αυτοί δεν θα πέθαιναν, κάτι είχε πάει στραβά με το μηχάνημα μου, αλλά ούτε κι εγώ ήξερα τι ακριβώς. Τώρα όμως έπρεπε να του δίνουμε γιατί από στιγμή σε στιγμή θα μας ορμούσαν πάλι. Η Σάντυ γέλασε και είπε:
"Αχ, αφέντη μου, δεν είναι τέτοια η ράτσα τους! Ο σερ Λάνσελοτ μένει και πολεμάει με του δράκοντες, κρατάει γερά και τους ορμάει όχι μόνο μια και δύο φορές αλλά αμέτρητες όπου τους νικάει και τους σκοτώνει. Το ίδιο και ο σερ Πέλινορ, και ο σερ Άγκλοβαλ, και ο σερ Κάραντος, ισως και μερικοί ακόμη, μα κανένας άλλος δεν τολμάει, κι άσε τις γλώσσες τις τεμπέλικες να λένε ό,τι θέλουν. Και συ μου λες πως δεν τους έφτασε ό,τι πάθανε τούτοι οι παλικαράδες της φακής και θέλουν να πάθουν κι άλλα;"
"Τότε τι περιμένουν; Γιατί δεν φεύγουν; Δεν τους εμποδίζει κανείς. Μα την άγια γη, είμαι έτοιμος να ξεχάσω ό,τι έγινε!"

Άλλη μια μάχη: Η αίθουσα του θρόνου

Το κείμενο που ακολουθεί είναι του Φίλου του Οικονόμου και αποτελεί συνέχεια του post Άλλη μια μάχη. Η εικόνα είναι του Dawid Michalczyk και έχει τίτλο "After the battle".

Πίσω στο δάσος της Νεμαντάρ, στην άκρη του κόσμου που ο ήλιος σπάνια χρύσιζε τα φύλλα των μαγικών φυτών, σ’ αυτόν τον ξεχασμένο από τον χρόνο τόπο ήταν το βασίλειο των σκοτεινών ξωτικών. Εκεί τα δέντρα δεν μαραίνονταν, ούτε έριχναν τα φύλλα τους, ούτε πέθαιναν. Το ίδιο και τα ξωτικά. Η ανησυχία και η προσμονή ήταν για αιώνες άγνωστα συναισθήματα για τους κατοίκους των φυλλωμάτων, όμως αυτό είχε αλλάξει άρδην τον τελευταίο καιρό.
Στο θρόνο του, που βρισκόταν σε μια αίθουσα από κλαδιά και φύλλα, καθόταν σκεπτικός ο Έρενορ, βασιλιάς όλων όσων βρίσκονταν πέρα απ’ το ηλιοβασίλεμα, όπως έλεγαν οι άνθρωποι το βασίλειό του. Οι τελευταίοι μήνες του είχαν στερήσει την ηρεμία και την γαλήνη του. Οι προετοιμασίες για την εκστρατεία, οι στρατιώτες, τα εφόδια, η στέψη του. Ναι, είχε γίνει βασιλιάς μόνο λίγους μήνες πριν, μιας και ο Φελάνγουε ο πραγματικός βασιλιάς των δασών είχε παραιτηθεί από το θρόνο του, κάτι που ήταν πρωτάκουστο στην μακραίωνη ιστορία των ξωτικών, για να ηγηθεί του στρατού του στη μάχη. Όμως δεν μπορούσε να μείνει η χώρα πέρα από το ηλιοβασίλεμα χωρίς βασιλιά... Πόσο ευχόταν να ήταν εδώ μαζί του ο παιδικός του φίλος να μοιραστεί την αγωνία του καθώς περίμενε νέα από την μάχη. Αλλά μάλλον αυτός τα ήξερε από πρώτο χέρι.
Το ίδιο πρωί οι γητευτές του τον πληροφόρησαν ότι η κρίσιμη μάχη, μπροστά από τον πύργο των επτά κεριών είχε αρχίσει αλλά από κει και πέρα δεν είχε μάθει τίποτα. Η αναμονή τον τρέλαινε, έπρεπε να μάθει τι είχε συμβεί στον φίλο του, δεν ήθελε να είναι βασιλιάς. Ήθελε να γυρίσει πίσω ο Φελάνγουε. Σαν να εισακούστηκε κάποια προσευχή του εκείνη την στιγμή παραμέρισε μια φυλλωσιά και μπήκε μέσα ένας γέρος γητευτής με ένα ξύλινο ραβδί στο χέρι.
«Επιτέλους, Γκίντεον. Πες μου τι έγινε, τι σου είπαν οι αγγελιοφόροι σου;»
«Άσχημα νέα βασιλιά μου. Τα πουλιά έφεραν νέα απερίγραπτου ολέθρου. Λιγότερα από τα μισά γύρισαν.»
«Αδύνατον, δεν το πιστεύω... Δείξε μου, πρέπει να δω...»
«Είστε σίγουρος βασιλιά μου; Για τον Φέλανγουε δεν ξέρουμε τίποτα.»
«Γι αυτό πρέπει να δω. Δείξε μου λοιπόν, τι περιμένεις;»
«Όπως επιθυμείτε. Αδειάστε το μυαλό σας και σκεφτείτε μόνο τι θέλετε να δείτε»
Ο μάγος περιέστρεψε το ραβδί στον αέρα, στην αρχή αργά και στην συνέχεια γρηγορότερα σε όλο και μεγαλύτερους κύκλους, ψέλνoντας ταυτόχρονα κάποιο ξόρκι που έκανε τα κλαδιά να τρίζουν και τα φύλλα να θροϊζουν σαν μανιασμένα. Ένας μεγάλος κύκλος σχηματίστηκε μπροστά στο κεφάλι του Έρενορ και μέσα μια εικόνα που σιγά σιγά καθάρισε.
Το θέαμα ήταν φρικτό, όλη η κοιλάδα μπροστά από τον πύργο των εφτά κεριών ήταν σπαρμένη με πτώματα, το μαύρο δέρμα των όρκ έκανε αντίθεση με τις άλλοτε γυαλιστερές πανοπλίες των ανθρώπων, και άλλοτε δεν ήταν το δέρμα των όρκ που σκούραινε το τοπίο, αλλά των ξωτικών. Η εικόνα πλησίασε προς το έδαφος και στάθηκε πάνω σε έναν άνθρωπο πολεμιστή που αποτελείωνε το τελευταίο από μία ομάδα όρκ. Ένας από τους ελάχιστους που έμενε στο πεδίο της μάχης ενώ όλοι είχαν είτε υποχωρήσει είτε πεθάνει. Χωρίς καμία έκφραση θριάμβου ο άνθρωπος έβγαλε το όπλο του από την σάρκα του όρκ και προχώρησε προς το μέρος που φαίνονταν από μακριά οι δυνάμεις των ανθρώπων να υποχωρούν. Τότε ανάμεσα στα πτώματα ακούστηκε μια φωνή, γνώριμη στον Έρενορ, τελείως όμως άγνωστη στον άνθρωπο. Γύρισε προς τα κει που είχε ακούσει την φωνή και είδε ένα τραυματισμένο ξωτικό πλακωμένο από δύο νεκρούς συντρόφους του.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» ικέτευσε το ξωτικό. Ο άνθρωπος μετακίνησε τους νεκρούς και πάντα ανέκφραστος σήκωσε το τραυματισμένο ξωτικό στα πόδια του. Τα τραύματά του δεν ήταν βαριά και θα τα κατάφερνε αν έφταναν ποτέ στον στρατό που υποχωρούσε.
«Πρέπει να φύγουμε είπε ο άνθρωπος, αν μείνουμε εδώ, δεν θα μπορέσουμε να δώσουμε άλλη μάχη». «Σε ευχαριστώ, μου έσωσες την ζωή» αντιγύρισε το ξωτικό. Ο άνθρωπος δεν μίλησε μόνο ξεκίνησε να προχωράει με πιο αργό ρυθμό για να τον προλαβαίνει ο τραυματίας.
Ο Έρενορ κόντευε να τρελαθεί. «Είναι ο Φελάνγουε, ζει..» Φώναξε όταν τον προτοείδε. Αλλά για πόσο ακόμα; Δεν μπορούσε να τον εγκαταλέιψει στην μοίρα του, σε ένα απέραντο νεκροταφείο, λεία για τα επόμενα όρκ...
«Ετοίμασε τον στρατό, φεύγουμε σε δύο μέρες.»
«Μα κύριε, δεν μπορείτε να αφήσετε το δάσος, είναι ο νόμος»
«Ο Φελάνγουε ήταν ο πρώτος βασιλιάς που άφησε τον θρόνο. Εγώ θα είμαι ο πρώτος που θα αφήσω το δάσος»
Με αυτά τα λόγια έφυγε σχεδόν τρέχοντας από την αίθουσα του θρόνου.
Όταν ο βασιλιάς είχε απομακρυνθεί αρκετά ο μάγος είπε «Μπορείς να βγεις τώρα. Δεν χρειάζεται να κρύβεσαι από μένα». Μια φυλλωσιά κινήθηκε στην άλλη μεριά του δωματίου και μια μαγική ύπαρξη μπήκε στο χώρο. Το βαθύ εβένινο δέρμα της έδενε απόλυτα με το πράσινο των φύλλων, το μέρος φωτοβόλησε από την παρουσία της. Ήταν το φως σ’ αυτόν τον ανήλιαγο τόπο. Τα κλαδιά υποκλίθηκαν και τα λουλούδια άνθισαν καθώς πλησίαζε τον μάγο.
«Πως κατάλαβες ότι ήμουν εδώ;»
«Η γητειά δεν έδειξε τυχαία τον άνθρωπο στην μάχη. Κάποια θέληση την οδήγησε εκεί. Δεν μπόρεσα να σκεφτώ άλλη εκτός από την δικιά σου. Μάλλον από τύχη είδαμε και τον Φέλανγουε»
«Δεν σου ξεφεύγει τίποτα εσένα έτσι; Ναι πράγματι εγώ οδήγησα το ξόρκι σε αυτόν. Είναι διαφορετικός από τους άλλους, το είδες κι εσύ, δεν αντλεί χαρά από την μάχη. Τον γνώρισα στην άκρη του δάσους, εκεί που συναντήθηκαν οι στρατοί. Ενώ όλοι οι άλλοι έλεγαν ιστορίες για ανδραγαθήματα στρατηγών και πόλεμους και νίκες, αυτός είχε καθίσει κάτω από ένα δέντρο μας αμίλητος. Δεν μπόρεσα να του μιλήσω... Και τώρα ίσως να είναι αργά...»
«Υποθέτω δηλαδή ότι θα φύγεις μαζί με τον Έρενορ να βρεις τον αδερφό σου;»
«Υποθέτεις σωστά». Είπε αυτά και έφυγε από την αίθουσα όπως και ο βασιλιάς.
Ο μάγος κατέβασε το κεφάλι πολύ λυπημένος, «όπως νομίζετε» ψηθίρισε στον εαυτό του και ξεκίνησε να φύγει και αυτός.

1.3.08

Άνοιξη!

Κι αν με ρωτήσεις να σου πω τι περιμένω τάχα
δεν περιμένω τίποτα, την άνοιξη μονάχα!
(στίχοι από το "Πλοίο φάντασμα" του συγκροτήματος "Μακρινά ξαδέρφια")