Παγωμένες ανάσες

Παρασκευή βράδυ. Ο Κ. αποφασίζει να ξεκινήσει τον περίπατο του στον παλιό έρημο δρόμο που περνάει πάνω από το σπίτι του. Κάνει πολύ κρύο. Τα αυτιά του παγώνουν άλλα το μυαλό του είναι ζεστό. Θυμάται στιγμές από τότε που  ήταν παιδί, καλοκαίρι, μεσημέρι, να παίζει στη μεγάλη αυλή του πατρικού του, κάτω από το γέρικο δένδρο. Του φαίνεται σαν να ήταν χθες. Του φαίνεται σαν να ήταν σε μια άλλη ζωή. Ίσως εκείνο το παιδί να μην ήταν αυτός. Ίσως να ήταν απλώς ένα όνειρο που είδε ή  μπορεί πάλι αυτός να είναι στην ονειροπόληση εκείνου του μικρού παιδιού, μια σκέψη για το μακρινό μέλλον.

Γέλασε. Η ανάσα του σχηματίστηκε στον παγωμένο άνεμο  και χάθηκε στο σκοτάδι.