Δεν έχω

Νυστάζω.

Δεν θέλω να κοιμηθώ.

Έχει μια γαλήνη αυτό το Σαββατόβραδο.

Ησυχία.

Δροσιά μετά τη κάψα του μεσημεριού, δροσιά σχεδόν ανακουφιστική.

Ένα τόσο όμορφο βράδυ.

Θα περάσει.

Μια στιγμή είναι μόνο.

Μετά Κυριακή.

Θέλω να διαβάσω το νέο βιβλίο που πήρα.

Νυστάζω.

Η ψυχή νυστάζει.

Αποκαμωμένη.

Σήμερα ένας κύριος χωρίς δόντια, ντυμένος με βρώμικα ρούχα, μισοζαλισμένος από τη μαστούρα μου ζήτησε χρήματα για να πάρει κάτι να φάει.

Δεν έχω.

Έτσι του είπα και τον προσπέρασα γρήγορα.

Δεν έχω.

Είχα.

Έτσι αύριο θα με προσπεράσει αυτός που θα έχει.

Εγώ δεν θα έχω.

Δεν έχω.

Έχω. Όσο το μυαλό μένει ανοιχτό.