Μεγάλη Παρασκευή

Κάθοδος. Τρεις μέρες στον Άδη, στο σκοτάδι. Μετά άνοιξη, φως. Είναι αυτή και η δική μας ζωή; Είναι μια πορεία από το φως στο σκοτάδι και από εκεί πάλι στο φως;

Θάνατος και ανάσταση πολλές φορές.

Έχει το απόκοσμο ο μελαγχολικός ήχος της καμπάνας που ακούγεται από το ανοιχτό παράθυρο. Ένας δυσοίωνος αγγελιοφόρος ενός μηνύματος που δεν ξέρεις το περιεχόμενό του, ούτε ποιος το στέλνει.

Και μιλάς σιγανά για να μην σε ακούσουν. Δεν θέλεις να σε ακούσουν. Θέλεις να σε αφήσουν στην ησυχία σου. Να αφεθείς στο ζεστό ανοιξιάτικο αεράκι σαν εκείνη τη πλαστική σακούλα που είδες στη ταινία που σου άρεσε.

Και ν' ακούσεις ξανά εκείνο το περίεργο και όμορφο -σαν άστρο που πεθαίνει- τραγούδι:

Ήταν μια φορά ένας άνθρωπος
ήσυχος πολύ και ξαρμάτωτος
Είχε σπίτια και λιβάδια
και κοπάδια και σκυλιά
κι ένα δίχτυ που 'πιανε πουλιά
Είχε κρύα βρύση στον κήπο του
μαύρο κυπαρίσσι στον ύπνο του
Μια γυναίκα αγαπούσε
που τραγούδαγε συχνά
και μιλούσε πάντα σιγανά

Δεν κατάλαβε πως την έσφαξε
κι ό,τι αγαπούσε το έκαψε
τα λιβάδια, τα κοπάδια
τα τραγούδια, τα φιλιά
και κανείς δεν έβγαλε μιλιά
Στάθηκε μπροστά στα χαλάσματα
κι έβαλε Θεέ μου τα κλάματα
Να 'χα σπίτι και γυναίκα
και κοπάδια και σκυλιά
κι ύστερα τον πήραν τα πουλιά