Ζόμπι

-Αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει Ιωάννα.
-Σου έχω πει να μην ακούς Χατζιδάκι και σου μπαίνουν ιδέες. Δεν τις χρειάζεσαι ούτως ή άλλως.
-Με φωτιά και με μαχαίρι μόνο ο κόσμος προχωρά.
-Συνεχίζεις... Βαριέμαι.

Η μαύρη λιμουζίνα κυλούσε σαν φίδι ανάμεσα σε φωτιές και πτώματα. Τα "ζόμπι που δεν ήταν ζόμπι" έτρωγαν μυαλά ανθρώπων ενώ κάποιες στιγμές αίματα έβαφαν τα σκούρα τζάμια τους θωρακισμένου αυτοκινήτου προκαλώντας χασμουρητό στην Ιωάννα. Χοντρά, σκληρόπετσα, έσπαζαν κρανία και έτρωγαν ανθρώπους, ρουφούσαν ψυχές, θρυμμάτιζαν ζωές. Κάποιοι από τους ανθρώπους νόμισαν πως θα τη γλυτώσουν αν πήγαιναν με το μέρος τους. Ήταν οι πρώτοι που φαγώθηκαν. Άλλοι το έβαλαν στα πόδια. Κανείς, όμως δεν μπορεί να ξεφύγει. Η λύσσα τους δεν σταματάει μπροστά σε κανένα εμπόδιο. Τέλος, μερικοί αντιστάθηκαν, κατέβηκαν στον δρόμο, στις πλατείες, τα πολέμησαν και είναι οι μόνοι που ακόμα δεν έχουν φαγωθεί.

Η μαύρη λιμουζίνα έστριψε σε ένα στενό. Αδιέξοδο. Από παντού ερχόταν "ζόμπι που δεν ήταν ζόμπι".
-Μη φοβάσαι, είπε ο Φοίβος.
-Δεν φοβάμαι, τίποτα δεν μπορεί να περάσει αυτά τα τζάμια, απάντησε νωχελικά η Ιωάννα.
Ξαφνικά άνοιξε το παράθυρο που τους χώριζε από τον οδηγό. Διψούσε. Πεινούσε. Τα λαχταριστά κρανία δύο πλούσιων εφήβων ήταν μπροστά του.