I was wrong

Τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε. Το καλάθι των σκουπιδιών είχε ξεχειλίσει με τσαλακωμένα χαρτιά. Προσπαθούσε να γράψει μια καλοκαιρινή ιστορία. Του φαινόταν όμως βαρετό το καλοκαίρι. Ζέστη, ήλιος, σκόνη, άμμος, ιδρώτας, όλοι στις παραλίες αποφασισμένοι να διασκεδάσουν είτε το θέλει το καλοκαίρι, είτε όχι.

Ήλιος. Τα καυτό του φως έδινε στα πράγματα μια έντονη και σκληρή απόχρωση του είναι τους. Έλειπε το ασημένιο μισοσκόταδο του χειμώνα, το σπάνιο παγωμένο φως ενός μεσημεριού του Οκτώβρη που γλύκαινε τη μέρα. Του έλειπε η κρύα βροχή του του Νοέμβρη που καθάριζε από τη σκόνη της ρουτίνας τις μέρες. Έλειπαν τα πολύχρωμα λαμπιόνια του Δεκέμβρη.

Συνειδητοποίησε ότι καλοκαιρινή του ιστορία ήταν ένας ύμνος ποτισμένος στα κλισέ του χειμώνα. Τσαλάκωσε και αυτό το χαρτί. Το πέταξε, έφτιαξε ένα παγωμένο καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι να τον απολαύσει συντροφιά με τον ήλιο που ετοιμαζόταν για την καθημερινή του κόκκινη βουτιά στον ορίζοντα. Θα του έλειπε πολύ αυτή η στιγμή τον χειμώνα, σκέφτηκε, ενώ από τα ακουστικά ακουγόταν αυτό εδώ.