Άννα

Πήγαινε κάθε απόγευμα στο παλιό σπίτι. Ένοιωθε μια ζεστασιά εκεί μέσα ακόμη κι όταν έξω έπεφτε χιόνι. Μιλούσε με τα φαντάσματα που κατοικούσαν στο σπίτι εδώ και αιώνες. Της εξιστορούσαν πώς τα χρόνια περνούσαν μπροστά από την αυλή μεταμφιεσμένα σε στιγμές, και πώς οι άνθρωποι σπαταλούσαν τον καιρό που τους είχε δοθεί σαν να ήταν άπειρος. Μόνο όταν τους επισκεπτόταν ο μαύρος καβαλάρης, που άλλοι τον ονόμαζαν θάνατο κι άλλοι ταξίδι, καταλάβαιναν το λάθος τους.

Ήταν μόνη. Μόνο εκεί μέσα δεν ένιωθε τη μοναξιά να στραγγαλίζει τη ψυχή. Της έλειπε η μητέρα της που ο θάνατος την πήρε μακριά. Δάκρυσε. Δύο από τα δάκρυά της μεταμορφώθηκαν τότε σε χρυσές πεταλούδες που λαμπύρισαν μέσα στο σκοτάδι και πέταξαν ακανόνιστα προς το ταβάνι. Ένα ουράνιο τόξο με όλες τις αποχρώσεις του μπλε ξεπήδησε από το πάτωμα. Τα φαντάσματα έβαλαν τα κυριακάτικα ρούχα τους και ένα τσίρκο στήθηκε στη σκοτεινή γωνιά, με ζογκλέρ, ακροβάτες και κλόουν. Όλοι υποκλίθηκαν στην Άννα και άρχισαν τη παράσταση τους. Χαμογέλασε. Οι σκιές, που τόσο την τρόμαζαν στο παρελθόν, πήραν τα όργανα τους και μουσικές πλημμύρισαν το ξεχασμένο σπίτι.

Ο ιππότης με τη γυαλιστερή του πανοπλία πήδησε μέσα από το παράθυρο και άπλωσε ευγενικά το χέρι του στο μικρό κορίτσι. Η Άννα χωρίς δεύτερη σκέψη ανέβηκε στο άλογο και μαζί με τον μαύρο καβαλάρη χάθηκαν προς τον έναστρο ουρανό. Θα συναντούσε επιτέλους τη μητέρα της.

Τρεις μέρες προσπαθούσαν να βγάλουν το εγκλωβισμένο σώμα από το παλιό σπίτι που είχε καταρρεύσει. Όταν τελικά το αντίκρισαν και παρά τις πολλές πληγές, ένα χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του νεκρού κοριτσιού.